Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Κώστα Μάνη : Το Μοιραίο Λάθος


Μοιραίο Λάθος

Κύριε,

ευδόκησε ν΄ ανοίξω εντός μου ένα παράθυρο

   ένα τόσο δα παράθυρο,

      που να διαπερνά μια αχτίδα από φως                                                                          

 

 «Την τελευταία στιγμή».  Ήταν ο τίτλος που μας δόθηκε από την φιλόλογό μας κυρία Ελένη Καβουνίδου. Εμείς κληθήκαμε να γράψουμε ένα διήγημα μ΄ αυτόν τον τίτλο. Ήταν 1972, φοιτούσα στο, εξατάξιο τότε, Γυμνάσιο Νικαίας. Στην Τετάρτη τάξη, την αντίστοιχη μετέπειτα πρώτη Λυκείου, στο πρακτικό τμήμα. Αυτό που επέλεγαν οι προοριζόμενοι για θετικές κατευθύνσεις. Το πρόγραμμα, το εκ του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων εκπορευόμενον, προέβλεπε και την συγγραφή δύο διηγημάτων κατά την διάρκεια της σχολικής χρονιάς. Στο δε κλασικό, και την συγγραφή ποιημάτων. Σ΄ αυτά τα πλαίσια λοιπόν, μου προέκυψε ένας τίτλος – που προανέφερα – και η αναγκαιότητα συγγραφής ενός διηγήματος. Γύρισα στο σπίτι και άρχισα να ψάχνω σε μια στοίβα από κάτι παλιότερα περιοδικά που είχαμε μαζεμένα. Ο τίτλος τους:  ¨Μπράβο¨.

           Ας ανοίξω εδώ μια παρένθεση για να γράψω λίγα λόγια για το περιοδικό αυτό και για τον εκδότη του. Κυκλοφορούσε το 1964-65. Είχε αρκετά μεγάλο ενδιαφέρον για τις παιδικές και τις πρώτες εφηβικές ηλικίες στις οποίες απευθυνόταν. Η ύλη του ήταν διηγήματα, μυθιστορήματα σε συνέχειες, ιστορικά θέματα, εκλαϊκευμένα επιστημονικά, κόμικς αυτοτελή και σε συνέχειες και ένα σωρό άλλα. Κάποια που θυμάμαι: ¨Καλλίνικος ο Πυρπολητής¨, ¨Ο ιππότης του χρυσού λιονταριού¨,  ¨Στη ζούγκλα του Αμαζόνιου¨, τα κόμικς ¨Συναγερμός στην Ινδιανάπολη¨, ¨Καπιτάν εναντίον Ντ΄Αρτανιάν¨. Ένα με πρωτόγονους και ήρωα τον Τούγκα, ένα με τον Μπαλαφάρ τον ταξιτζή και το ¨Ράδιο Κλωτσοσκούφι¨  με περιγραφές φανταστικών ποδοσφαιρικών αγώνων ανάμεσα σε φανταστικές πιτσιρικοομάδες! Ήταν εβδομαδιαίο. Στο 72-ο τεύχος σταμάτησε η κυκλοφορία του, προς μεγάλη θλίψη τόσο του αδελφού μου όσο και δικής μου, αλλά φαντάζομαι και όλων των πιτσιρικάδων αναγνωστών του. Ιδιαίτερα γιατί κάποιες συνέχειες μείνανε στη μέση. Για παράδειγμα, το αστυνομικό κόμικ ¨Στη σκιά του χαμαιλέοντα¨ με ήρωα τον Ρικ Χόσετ, έμεινε στο καρέ όπου ο επιθεωρητής Μπουρντόν, μετά από μια συμπλοκή με κακοποιούς, «ΠΕ…». Η αγωνία  και τα ερωτηματικά μας έμειναν για πάντα αναπάντητα. Ελπίζαμε το «ΠΕ…» να σήμαινε «ΠΕΘΑΙΝΕΙ» και ότι τελικά θα σωζόταν!

Περάσανε τα χρόνια και αισθάνομαι ακόμα ότι κάποια διαβάσματα από το «Μπράβο» έχουν επηρεάσει καθοριστικά τη νοοτροπία και τη στάση ζωής μου. Όπως, για παράδειγμα, το διήγημα «Ιατρός Φερναντέζ». Η υπόθεσή του διαδραματίζεται σε μια αμερικάνικη χώρα, ίσως το Μεξικό. Ο ήρωας, γιατρός, παρατάει τις πολυτέλειες της πόλης και επιστρέφει στο χωριό για να είναι χρήσιμος στη φτωχολογιά. Οι κάτοικοι του χωριού αισθάνονται ανακούφιση με την επιστροφή του γιατί θα τους βοηθήσει να αντιμετωπίσουν την ελονοσία και τις αρρώστιες της υπαίθρου. Εκείνος, θα ξεσκονίσει το ιατρείο στην καλύβα που παίζει αυτό το ρόλο και θα ξανακρεμάσει απ΄ έξω την πινακίδα που γράφει «Ιατρός Φερναντέζ».

                Εκδότης του περιοδικού ήταν ο συγγραφέας παιδικών βιβλίων Άλκης Τροπαιάτης. Η καταγωγή του ήταν από τα Τρόπαια Αρκαδίας, εξ ου και το επώνυμό. Είχε γεννηθεί το 1909 και εγκατέλειψε τα εγκόσμια το 1999. Κάποτε, προς τα τέλη της δεκαετίας του 80, βρήκα τον αριθμό του τηλεφώνου του στον κατάλογο και μίλησα μαζί του. Εγώ, ένας τριανταπεντάρης που όταν ήταν πιτσιρίκος διάβαζε το «Μπράβο». Χάρηκε, όπως και εγώ. Τον ρώτησα για την υγεία του, «γεράσαμε, δύσκολα τα πράγματα, έσπασα και το πόδι μου προσφάτως…». Τώρα τελευταία έπεσε στα χέρια μου μια ανθολογία του Περάνθη, από την οποία έμαθα ότι ο Άλκης Τροπαιάτης ήταν και ποιητής. Μεταφέρω από αυτή την ανθολογία το ποίημά του «Για ένα παράθυρο», το οποίο ας αποτελέσει ένα φόρο τιμής στη μνήμη του.

               Κύριε

               ευδόκησε ν΄ ανοίξω ένα παράθυρο

               ένα τόσο δα παράθυρο

               που να διαπερνά μια αχτίδα από φως

 

                Μια αχτίδα γλυκειά

                σαν ένα χαμόγελο παιδιού,

                ζεστή σαν τον κόρφο κοριτσιού,

                άγια σαν το γάλα από τα στήθη μιάς νέας μητέρας.

 

               Τόσα χρόνια τώρα

               πολεμώ να γκρεμίσω τα τείχη που μ΄έπνιξαν

               κι έχω απομείνει ένας Δαβίδ με συντριμμένη φαρέτρα.

 

               Οι σαϊτες που τόξεψα,

               γύρισαν όλες ανήμπορες πίσω.

               Τα όνειρα που μου φόρτωσες,

               τα ανάλωσα όλα ένα προς ένα.

               Με τι να γεμίσω πια την άδεια φαρέτρα μου;

 

               Πως  να σου γυρίσω πίσω το τάλαντο που μου δάνεισες;

               Έχω απαυδήσει να μάχομαι τ΄ ακαταμάχητα.

               Κουράστηκα να μην πιστεύω πια σε τίποτα.

               Ευδόκησε, Κύριε, να ξαναγεννηθώ πριν μ΄ αφανίσεις…

 

         Μετά από αυτή τη μεγάλη παρένθεση για να γράψω για το «Μπράβο» και τον ΆλκηΤροπαιάτη, έρχομαι ξανά στο ΄72 και στην «Τελευταία στιγμή». Εκείνο τον καιρό θαύμαζα τα αγωνιστικά αυτοκίνητα και τα ράλι. Βρήκα λοιπόν σε ένα «Μπράβο» κάποιο διήγημα με τέτοιο θέμα και το διασκεύασα ελαφρώς ώστε να ταιριάζει με τον τίτλο που μας δόθηκε. Μια περίληψή του έχει ως εξής:  Στην κρίσιμη τελευταία κούρσα οι δυο διεκδικητές του τίτλου παίζουνε στο δευτερόλεπτο τη νίκη. Σ΄ ένα απομακρυσμένο σημείο της πίστας, ο προπορευόμενος φεύγει από το κατάστρωμα του δρόμου, προσκρούει στα προστατευτικά και το αυτοκίνητο παίρνει φωτιά. Η νίκη είναι στο πιάτο του δεύτερου, ο οποίος «την τελευταία στιγμή» κυριαρχείται από το αίσθημα της ανθρωπιάς, ακινητοποιεί με τεράστια δυσκολία τον όχημά του και κατευθύνεται προς το φλεγόμενο για να βοηθήσει τον μέχρι πριν λίγα δευτερόλεπτα πρώτο, να σωθεί. Άρεσε το διήγημα. Και στην Καβουνίδου, που το επαίνεσε, και στους φίλους μου στην αίθουσα. Και επίσης, σημαντικό κι αυτό, δεν φάνηκε να έχει υποψιαστεί κανείς ότι ήταν κλεμένο!

 

        Το επόμενο διήγημα είχε τίτλο «Το μοιραίο λάθος». Αποφάσισα να αυτοσχεδιάσω και να μην κλέψω. Η υπόθεση που σκάρωσα εξελισσόταν σε ένα νησί της Αμερικής όπου ο Ισπανός έπαρχος και οι συν αυτώ, διοικούσαν απολυταρχικά χωρίς να σέβονται τις τοπικές συνήθειες και παραδόσεις. Μοιραίο λάθος! Οι αυτόχθονες εξεγέρθηκαν και με βίαιο τρόπο κατέλυσαν την εξουσία των Ισπανών και τους εκτέλεσαν. Εκεί λοιπόν που περίμενα επαίνους, η Καβουνίδου: « Καλά δεν μπορούσες να γράψεις κάτι δικό σου; Έπρεπε να αντιγράψεις από αλλού; Που πήγες και το βρήκες αυτό το διήγημα;» Τι να πω κι εγώ; «Μα…». Δεν μπορούσα να αποδείξω ότι ήταν δικό μου. Έμεινα με την ικανοποίηση ότι κάτι δικό μου, «πέρασε» για δημοσιευμένο διήγημα. Αυτό δηλαδή που ειπώθηκε για το «Μοιραίο λάθος» ταίριαζε για την «Τελευταία στιγμή». Και τούμπαλιν. Τι μοιραίο λάθος κι αυτό!

 

                                                                                      Κώστας Μάνης 

                                                                                                       Γενάρης  2015                 

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Κώστα Μάνη . Τα αποσιωπ(οι)ητικά της 'Ελλης


Τα αποσιωπ(οι)ητικά της 'Ελλης

Τέλη  δεκαετίας 1970.  Εξατάξιο Γυμνάσιο Αρρένων Νικαίας. Η φιλόλογος Υακίνθη Βρετακάκη τους έβαλε εργασία: Να βρούνε κάποιο ιδιαίτερο ποίημα του Καβάφη, όχι από τα γνωστά, και να το παρουσιάσουν. Εκείνο τον καιρό είχανε κυκλοφορήσει κάτι συλλογές με αποκηρυγμένα, ανέκδοτα, κρυμμένα, τέτοια. Οπότε, το ενδιαφέρον του πράγματος ήταν να βρουν κάτι από αυτές. Στην έκτη, φοιτούν τρεις φίλοι. Ο Σταύρος Καπλάνογλου, ο Χρήστος Αγιαζλής και ο Νώντας Συμεωνίδης. Αχώριστοι. Μετά από το τελευταίο κουδούνι, το σκηνικό μεταφέρεται σ΄ένα παγκάκι στον ¨ κήπο¨ -  ένα παρκάκι απέναντι από το σχολείο. Τσιγάρα ολντνέιβι, χύμα, μια δραχμή το ένα από το περίπτερο και… “ Τι θα κάνουμε με την εργασία της Βρετακάκη;”.“Δεν πιάνουμε να γράψουμε ένα ποίημα μιμούμενοι την Καβαφική γραφή και να το παρουσιάσουμε για δικό του;’’, “Μέσα”. Θα γράψουν λοιπόν ο καθένας μια στροφή και θα πάνε εκδρομή στην Αίγινα όπου θα γίνει η ανάγνωση, η ανταλλαγή απόψεων και η προσπάθεια συγκόλλησης. Θέμα ταξιδιάρικο. Χώρος, Κωνσταντινούπολη, Ιωνία, Αλεξάνδρεια…

            Πήραν την επόμενη Κυριακή το ¨Ευτυχία Εξπρές¨και πήγανε στην Αίγινα. Από κει, από το λιμάνι, με τοπικό λεωφορείο, στην Αγία Μαρίνα. Καφές, μπάνιο, μπύρα, γεύμα με κοτόπουλο και διάφορες συνοδείες – πατάτες, πιλάφι, μακαρόνια- και συζήτηση για το ¨Καβαφικό ζήτημα¨. Μετά από αρκετή ώρα ανταλλαγής απόψεων αλλά και αντεγκλήσεων στις οποίες δεν υπάρχει λόγος να αναφερθούμε λεπτομερώς, προέκυψε το ποίημα «Το ταξείδιον του Κωνσταντίου». Ας δώσουμε με μορφή διαλόγου κάποια από τα μεταξύ τους διαμειφθέντα:

Νώντας: Σταύρο αρχίζεις

             Σταύρος:

                 ’’ Από ταις γειτονιαίς της Πόλεως έφυγε.

                     Της Κωνσταντίνου Πόλεως.

                     Την οδόν την άγουσαν εις τον Βαθυρρύακα

                     -τόν τουρκιστί Βουγιούκδερε καλούμενον- επήρε.

                     Το όνομά του, Κωνστάντιος.

                     Εκεί, τον ανέμενε το βρίκιον ¨Ελλήσποντος¨

                     το  οποίον είχεν ρότα

                     διά τας Κυδωνίας, την Πέργαμον, την Έφεσον, την Αλικαρνασσόν.

                     Κατάληξιν δε, τον της Αλεξανδρείας λιμένα.

Χρήστος:

                       Εις την Έφεσον απεβιβάσθη διά να προσκυνήση, ως είπεν,

                       εις τον ναόν της Αρτέμιδος

                       και ίνα μεταβή, ναυλώσας άμαξαν,

                       εις Άσπενδον και το εκεί Ωδείον.

                       Κατέλυσε εις πανδοχείον, εγγύς του Αϊδινίου

                       το οποίον διεχειρίζετο ωραιοτάτη κυρία

                       με ρωμαϊκά χαρακτηριστικά ωνομαζομένηΤραϊανή.

                       Την επαύριον, ως είχεν συμφωνήσει

                       μετά του καπετάνου Αποστόλη

                       το βρίκιον τον ανέμενε εις Αλικαρνασσόν.

Νώντας:

                        Μετ΄ ολίγων ημερών

                        και περί λύχνων αφάς της τρίτης,

                        ο νέος ονόματι Κωνστάντιος

                        απεβιβάσθη εις τον λιμένα της Αλεξανδρείας.

                        Τα βήματά του τον έφεραν εις την οδόνΛέψιους.

                        Εις την κακόφημον – ως λέγουν – συνοικίαν της πόλεως. ’’

Σταύρος (μετά από ολιγόλεπτη σιωπή):  Μού αρέσει.

Χρήστος:  Νομίζω ότι πείθει.

Νώντας:  Που το βρήκαμε;

Σ.: Ε;

Χ.: Ορίστε;

Ν.: Λέω, που το βρήκαμε;

Σ.: Που το βρήκαμε;

Χ.:  Αλήθεια, που το βρήκαμε;

Ν.:  Είναι μια καλή, πιθανότατη ερώτηση.

Σ.:  Τι απαντάμε;…

Χ.:  … αν τεθεί ένα τέτοιο ερώτημα;

Ν.:  Λοιπόν, έχω μια έμπνευση. Ακούστε. Κάποιος προπάππους του Σταύρου ήταν Κωνσταντινουπολίτης και το σπίτι του ήταν δίπλα στο σπίτι της μάνας του Καβάφη. Ήταν οικογενειακοί φίλοι. Όταν ο Καβάφης έφυγε, άφησε μέσα σε ένα βιβλίο, το χαρτί στο οποίο ήταν γραμμένη η πρώτη στροφή – αυτή που έγραψε ο Σταύρος. Με κάποιο τρόπο, που δεν ξέρουμε, όταν έφυγε η μάνα του ποιητή, το βιβλίο έμεινε στα χέρια του προπάππου. Και όπως είναι φυσικό απετέλεσε οικογενειακό κειμήλιο της οικογένειας Καπλάνογλου. Όσο για την δεύτερη στροφή…

Σ.: … έχω κι εγώ μια έμπνευση:  Η προγιαγιά του Χρήστου, η Ελισώ η Αϊδινιά, ήταν φίλη της Τραϊανής. Ο Καβάφης έγραψε την δεύτερη στροφή στο πανδοχείο της . Με τον χαμό της καταστροφής του 22, το φύλλο του χαρτιού στο οποίο είχε γράψει ο ποιητής αυτή τη δεύτερη στροφή, έμεινε μαζί με κάποια άλλα χαρτιά στα χέρια της Ελισούς. Έφτασε δε μαζί με το μπογαλάκι της και τις άπειρες περιπέτειες στις προσφυγογειτονιές της Κοκκινιάς. Έκτοτε, όπως είναι φυσικό, αποτελεί κειμήλιο της οικογένειας Αγιαζλή!

Χ.: Όσο για την τρίτη στροφή, του Νώντα, μπορούμε να ομολογήσουμε ότι την γράψαμε και οι τρεις μαζί. Κάτι τέτοιο πιστεύω ότι θα συμβάλλει στο να γίνει πιο πιστευτή η όλη μούφα. Τι λέτε;

Ν,Σ.:  Μέσα. Και, εννοείται, δεν φεύγει κουβέντα.

Χ.:   Εννοείται. Ούτε στην  Έλλη. Έτσι Νώντα;

Ν.:  Τι υπονοείς;  Ότι μπορεί να το αποκαλύψω στην Έλλη;

Χ.:   Όχι, αλλά να … λέω… μήπως…

Ν.:  Να μη λες ¨αλλά¨ και ¨μήπως¨ γιατί μου τη δίνεις!

Σ.:   Ελάτε, κόφτε το. Για να κλείσει το θέμα ας συμφωνήσουμε στο εξής: αν διαρρεύσει το ο,τιδήποτε, παύουμε να είμαστε τριανδρία! Εντάξει;

Ν,Χ.: Εντάξει.

Σ.:  Ίσως θα ήτανε καλό να το διαβάσουμε και σε ένα τρίτο ή μάλλον τέταρτο πρόσωπο πριν το ανακοινώσουμε στην αίθουσα.

Χ.: Και ποιος να είναι ο ακροατής;

Σ.: Να προτείνω την  Έλλη; Είναι πνεύμα αντιλογίας και πρώτη στις αντιρρήσεις. Αν περάσει από αυτήν, δεν έχουμε να φοβόμαστε τίποτα!

            Επίσης  δεν  είναι  αναγκαίο  να  αναφερθούν  διεξοδικά  τα  της  παρουσίασης  του ¨Ταξειδίου¨ στην  Έλλη  και  τις  γεμάτες  δυσπιστία  ερωτήσεις  της  στις οποίες κλήθηκαν  να  απαντήσουν  οι  τρεις  φίλοι.  Πάντως  ¨πέρασε¨  από  την  Έλλη, όχι  εύκολα  ομολογουμένως.

             Η παρουσίαση  στην αίθουσα  ήταν κραυγαλέα επιτυχημένη.  Η Βρετακάκη  φάνηκε  ενθουσιασμένη  αν και οι τρεις φίλοι  κοιτάζονταν  μεταξύ  τους κάνοντας  νοήματα του τύπου ¨ρε  μπας και  μας  δουλεύει; ¨ Ερώτηση  στην οποία  δεν  κατάφεραν  να  απαντήσουν.  Πάντως  η  Βρετακάκη  πρότεινε   να  παρουσιαστεί  η  δουλειά  τους  και  στις  πολιτιστικές  εκδηλώσεις  στο  τέλος  της  σχολικής  χρονιάς.  Αυτές  οι  εκδηλώσεις  με γενικό  τίτλο  «Οι  απόφοιτοι  του 197… μας  αποχαιρετούν »  έγιναν  ένα  τριήμερο  με  αγώνες  στίβου ,  μια  έκθεση  εικαστικών,  ένα  μονόπρακτο  και  μια  εκδήλωση  παρουσίασης  ποιητικών  και  πεζογραφικών  αποπειρών  των  τελειοφοίτων. Σ΄ αυτή  την  τελευταία,  ενέταξε  η  φιλόλογος  και  την  δουλειά  των  τριών  φίλων.  Εκεί, θα είχαν  να  κάνουν  με  ένα  δύσκολο  κοινό – καθηγητές , μαθητές , γονείς – που θα  είχαν  και  την  δυνατότητα  να  υποβάλουν  ερωτήσεις.  Και  εκεί  καλά  τα  πήγανε.  Ιδίως  στην  ερώτηση  ¨Ποιος  ήταν  ο  Κωνστάντιος;¨ ,  έκανε  αίσθηση  η  απάντηση:

                        « Μάλλον ήταν  ο  ίδιος  ο  Καβάφης.  Και  το ¨Ταξείδιον¨,

                         αυτό  που  θα  ήθελε  ο  ίδιος  να  κάνει.  Δεν  ξέρουμε 

                         αν  έγινε  ποτέ  έτσι  ακριβώς.  Σίγουρα  έγινε  ένα  μέρος

                         του,  όπως  περιγράφεται  στις  δύο  πρώτες  στροφές. Δεν 

                         γνωρίζουμε  αν  έφτασε  ποτέ  στην  Άσπενδο  ούτε  αν  ήταν

                         αυτό  το  ταξείδι  που  τον  έφερε  στην  Αλεξάνδρεια.  Σας 

                         είπαμε  ήδη  ότι  η  τελευταία  στροφή  αποτελεί  δική  μας 

                         αυθαιρεσία.  Ακόμα,  ότι  τα  στιχουργήματα  αυτά,  πρέπει 

                         να  τα  δούμε  με  επιείκεια  γιατί  αποτελούν  πρωτόλεια  

                         σχεδιάσματα  του  ποιητή»

      Την  εκδήλωση  ακολούθησαν  συγχαρητήρια  λογίδρια,  ευχές  για  επιτυχία  στις  εισαγωγικές  εξετάσεις  και  το  ¨κλείσιμο¨  από  έναν  συγκινημένο  γυμνασιάρχη.  Οι  σελίδες  του  ¨Βιβλίου  των  αποφοίτων  του  197…¨κατακλύστηκαν  από  συγχαρητήρια  σημειώματα  καθηγητών,  γονιών,  φίλων.  Όμως  τα  βλέμματα των  τριών  φίλων  μας,  εστίασαν σε  μια καταχώρηση  και  στα  αποσιωπητικά  πριν  από  την  λέξη  ¨ποιητές¨. Δεν  κατάφεραν  να  αποφασίσουν  αν  πρόκειται  για  λεπτή  ειρωνεία,  έπαινο  ή  απόρριψη.

Το μήνυμα  έγραφε:  «Συγχαρητήρια  στους  … ποιητές

                                                                          -Έλλη»

 

 

 

                                                                                                                                  Κώστας  Μάνης

                                                                                                                                   Αύγουστος  2015