Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Mark Mazower : Το εθνικό κράτος παίρνει τη ρεβανς;






Πηγή : Εuro2day.


Το εθνικό κράτος κάνει την επιστροφή του; Ετσι δείχνουν τα πράγματα. Παραδοσιακές διακρατικές συγκρούσεις εκτυλίσσονται στην Θάλασσα της Κίνας και τα δυτικά σύνορα της Ρωσίας. Οι διακρατικές συναντήσεις, όπως η σύνοδος της Apec και της Group of 20 στο Σίδνεϊ χαρακτηρίστηκαν από ασυνήθιστες εντάσεις. Η παραδοσιακή διπλωματία (ευτυχώς εν προκειμένω) είναι εκείνη που μετράει σε ζητήματα από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν μέχρι το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Ωστόσο η κυρίαρχη άποψη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, ήταν ότι η παγκοσμιοποίηση θα φέρει την μεταμόρφωση του πλανήτη μέσα από μη κρατικούς παράγοντες.
Η λήξη του ψυχρού πολέμου προκάλεσε μια, σχεδόνμαρξιστική προσδοκία, ότι το κράτος θα υποτονίσει –υπό την σκιά της ελεύθερης ροής χρήματος και αγαθών και υπονομευόμενο από εξω-κρατικούς παράγοντες, εκ των οποίων οι τρομοκρατικές ομάδες ήταν οι πλέον προφανείς, αλλά όχι οι μόνοι. Ήταν μια προσδοκία την οποία μοιραζόταν όλο το πολιτικό στερέωμα.

Στην Αριστερά, οι επικριτές της παγκοσμιοποίησης των αγορών, πρόβλεπαν την ανάταση της ισχύος του λαού. Οι μη κυβερνητικοί οργανισμοί θα υπερυψώνονταν πάνω από τους ξεφτισμένους, υποτίθεται, θεσμούς του εθνικού κράτους και θα δημιουργούσαν νέες, πιο ζωηρές μορφές πολιτικής δραστηριότητας.Η τεχνολογία θα έδινε καλύτερες λύσεις σε παλιά προβλήματα, προσπερνώντας τους στατικούς εθνικούς θεσμούς.

Η νεοφιλελεύθερη Δεξιά χαιρέτιζε την ανάδειξη της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής ισχύος, την κατάργηση των ελέγχων κεφαλαίου και την απορύθμιση των τραπεζών, επειδή, αν μη τι άλλο, όλα αυτά αποδυνάμωσαν τις δυνατότητες των εθνικών κυβερνήσεων να ελέγξουν τις αγορές. Στην μεταποίηση και τις υπηρεσίες, οι επιχειρήσεις κατέκτησαν νέες δυνατότητες να αξιοποιήσουν τα διαφορετικά φορολογικά καθεστώτα και τα επίπεδα των μισθών σε όλο τον πλανήτη.

Ολες αυτές οι προσδοκίες όμως, υποτίμησαν την δυνατότητα επιβίωσης -την νομιμότητα στην ουσία- του κράτους και των θεσμών του, καθώς και την μεγάλη δυσκολία δημιουργίας καινούργιων, από το πουθενά. Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις παρέμειναν στο περιθώριο: Οι διεθνείς οργανισμοί είναι τα «οχήματα» των ομάδων και των συνασπισμών εθνικών κρατών για να δρουν συντονισμένα όπου μπορούν. Από αυτή την άποψη, ουσιαστικά είναι παράγωγα, που καθρεφτίζουν τις επιθυμίες των πιο ισχυρών μελών. Η ιδέα ότι θα απελευθερώνονταν από τον κλοιό των εθνικών κυβερνήσεων, ήταν ουτοπία.

Ο δε νεοφιλελεύθερος ενθουσιασμός με τις απελευθερωμένες αγορές, δεν είχε καλύτερη τύχη. Η εποχή της παγκοσμιοποίησης ήταν εποχή αστάθειας -και στο Μεξικό, την ανατολική Ασία και την Ρωσία, το κόστος της κρίσης είχε γίνει εμφανές σε όλη την δεκαετία του 1990. Χρειάστηκε όμως να περάσει μια δεκαετία, για να ξεγυμνώσει η κατάρρευση της Lehman Brothers και η διεθνής κρίση τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους από την πίστη τους στον καπιταλισμό και να αρχίζουν να αλλάζουν οι απόψεις.

Εκτοτε, η εξουσία έχει επιστρέψει προς το κράτος από πολλά μέτωπα. Στο κάτω – κάτω οι φορολογούμενοι ήταν που διέσωσαν τις τράπεζες. Το βάρος της εξόδου από την κρίση έπεσε στις κεντρικές τράπεζες σε συνεργασία με τους υπουργούς Οικονομικών. Από το 2010, η αυξανόμενη ανισότητα που συνοδεύει την ανάκαμψη, έχει προκαλέσει μεγάλο υποβόσκον κύμα οργής στους ψηφοφόρους, όχι μόνο έναντι των τραπεζών, αλλά και ενάντια στα ελαφρά φορολογικά βάρη που απολαμβάνουν πολλές πολυεθνικές. Η αλλαγή στην ψυχολογία απειλεί παραπάνω την απελευθέρωση του εμπορίου κι έχει φέρει στην πολιτική ατζέντα προτάσεις για διεθνή εναρμονισμό των εταιρικών φόρων. Την ίδια ώρα, η επίδειξη δύναμης του Vladimir Putin, καταδεικνύει ότι τίποτα δεν αντικαθιστά το κράτος στην τακτοποίηση των ζητημάτων πολέμου και ειρήνης.

Στην πραγματικότητα, το κράτος ήταν πάντα μαζί μας. Το δημοσιονομικό του αποτύπωμα έχει αλλάξει ελάχιστα εδώ και δεκαετίες: Οι εισπράξεις της κυβέρνησης των ΗΠΑ, για παράδειγμα, είναι σήμερα λίγο πολύ στο ίδιο ποσοστό επί της παραγωγής που βρίσκονταν το 1960. Στη Βρετανία, οι δημόσιες δαπάνες έχουν μεταβληθεί ελάχιστα την ίδια περίοδο. Αυτό που συνέβη κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο ή τριών δεκαετιών ήταν λιγότερο απονέκρωση του κράτους και περισσότερο επαναπροσδιορισμός των επίσημων προτεραιοτήτων.

Εγκαταλείποντας τον εσωτερικό στρατηγικό σχεδιασμό, το κράτος έγινε μεσολαβητής των ρυθμιστικών καθεστώτων. Εξωτερικά, μεταμόρφωσε τους αμυντικούς προϋπολογισμούς, μεταφέροντας πόρους από τους ανθρώπους στις μηχανές.

Η οικονομική κρίση έχει επιταχύνει ορισμένες από αυτές τις τάσεις και άρχισε να ανατρέπει άλλες. Τα κράτη - ή οι πολιτικές ηγεσίες τους - εξακολουθούν να είναι απρόθυμα να κάνουν όσα θα είχαν κάνει τη δεκαετία του 1940.

Αρνούνται πεισματικά να επιβάλλουν αυστηρότερες ποινές στις τράπεζες ή να αναγνωρίσουν την ανεργία ως προτεραιότητα. Αλλά αυτό που είναι πιο σημαντικό είναι ίσως αυτό που η κρίση έχει δημιουργήσει σε παγκόσμιο επίπεδο: Απομυθοποιώντας την εξιδανίκευση των αγορών ενθάρρυνε την αποκατάσταση της κρατικής ισχύος ως αυτοσκοπό.

Την κατάσταση αυτή εκμεταλλεύθηκαν εύκολα οι απολυταρχικοί ηγέτες στο όνομα της εθνικής κυριαρχίας και της δημοκρατίας. Η Ουγγαρία και η Ρωσία αποτελούν παράδειγμα αυτής της τάσης. Έχουμε ακούσει πολλά, τα τελευταία 20 χρόνια, για την παρακμή του κράτους. Από εδώ και πέρα θα ακούμε όλο λιγότερα. ***Ο αρθρογράφος είναι καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο Κολούμπια και συγγραφέας του «Governing the World: The History of an Idea».

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Ιστορική νομοτέλεια και τριτογενής τομέας





Πηγή: Ταξικές Μηχανές


Επαναφέρω εδώ την υπόθεση μιας ιστορικής νομοτέλειας, υπόθεση που έχει γίνει από πολλούς αλλά έχει μάλλον λησμονηθεί: το πέρασμα της ανθρωπότητας από την κυριαρχία του πρωτογενούς τομέα παραγωγής (''αγροτική επανάσταση'') στην κυριαρχία του δευτερογενούς τομέα παραγωγής (μεταποίηση, εμπόριο και συστηματοποίηση της παραγωγής αγαθών με τη ''βιομηχανική επανάσταση'') και τελικά στην κυριαρχία του τριτογενούς τομέα παραγωγής (ό,τι αποκαλούμε γενικόλογα υπηρεσίες, παραγωγή μη απτών αγαθών, και η οργάνωσή τους τελικά σε πληροφοριακή βάση). 


Ασφαλώς δεν επικρατούν τέτοιες αντιλήψεις περί κοινωνικοιστορικών ''νομοτελειών'', που φαντάζουν προκλητικές στα αυτιά όσων αποθεώνουν το τυχαίο, άρα και την αυθαιρεσία, μπροστά στην ''ανοιχτότητα του μέλλοντος'', των στρατηγικών επιλογών ομάδων, τάξεων, πολιτικών συλλογικοτήτων κ.α, υπό τις σημερινές σχέσεις εξουσίας και εκμετάλλευσης. 

Λαμβάνω υπόψη τις συνηθισμένες αλλά αξιόμαχες αντιρρήσεις στον ''τεχνολογικό ντετερμινισμό'', που επισημαίνoυν την καθοριστικότητα πολιτισμικών δομών στην εμφάνιση ή μη τεχνολογικών καινοτομιών. Κλασικό παράδειγμα είναι η αδυναμία της Κίνας σε σχέση με τον ευρωπαικό χώρο να αναπτυχθεί κεφαλαιοκρατικά πριν από αυτόν, παρά το προηγμένο της πολιτισμό και τις υλικές προυποθέσεις που συγκέντρωνε, εξαιτίας του αυτοκρατορικού γραφειοκρατικού της μηχανισμού. Τέτοιου είδους επιχειρήματα πράγματι δείχνουν το ιστορικό συγκυριακό και τυχαίο του ''πού, πώς, πότε'' της ιστορικής διαδρομής. Δεν μπορούν να εξηγήσουν, ωστόσο, γιατί τελικά ο δυτικογενής καπιταλισμός ιστορικά επικράτησε όλων των πολιτισμικά ετερογενών αντιπάλων του. Αυτή η επικράτηση, οφειλόμενη στην ανώτερη ισχύ της κεφαλαιοκρατίας, δεν μπορεί να εξηγηθεί μέσω κανενός (θεμιτού) δικαιώματος στην πολιτισμική ετερότητα, παρά μόνο στη βάση αντικειμενικών παραμέτρων ισχύος στο συνδυασμό των διαφόρων επιπέδων. 

Με τον ίδιο τρόπο, η προβληματική των τριών ''τομέων παραγωγής'', στη διαχρονική (στην ιστορία διαδοχικών κοινωνικών μετασχηματισμών) και συγχρονική (στην παροντική συνάρθρωσή τους σε μια δοσμένη κοινωνία) διάστασή τους, αφορά μια γενικευμένη τάση η οποία επιβάλλεται πάνω σε ετερογενή πολιτισμικά μορφώματα σε παγκόσμια κλίμακα, συνεπώς και αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί με την επίκληση της ποικιλίας των ιστορικών ενδεχομένων.

Για ένα κείμενο που πραγματεύεται το ζήτημα του τριτογενούς τομέα παραγωγής, κλικ εδώ. Στο κείμενο αυτό βλέπουμε και μια ''εμπειρική'' (αναπαράσταση με γραφήματα πραγματικών μεγεθών) τεκμηρίωση του παραπάνω περάσματος από τον ένα τομέα παραγωγής στον άλλο. Μολονότι ο κάθε πολιτισμός δεν ακολουθεί την ίδια σταδιακή πορεία, η ανθρωπότητα συνολικά την ακολούθησε αναμφισβήτητα μέχρι τώρα. Η διαπίστωση αυτή δεν έχει ηθικό πρόσημο-στο βαθμό που παραμένουν οι εξουσιαστικές και εκμεταλλευτικές σχέσεις των ανθρώπων, η κοινωνία παραμένει ταξική, εξουσιαστική, εκμεταλλευτική, παρά τα περάσματα από το πρωτογενή στο δευτερογενή και έπειτα στο τριτογενή.Μάλιστα, όπως το θέτει ο Αντόρνο, η ανάπτυξη του εργαλειακού Λόγου των παραγωγικών δυνάμεων σε μια ταξική κοινωνία σημαίνει την ανώτερη ισχύ των κυρίαρχων, πέρα από τις δυνατότητες που ανοίγονται για τους κυριαρχούμενους. 

Όσον αφορά το μέλλον του νόμου, αυτός δεν φαίνεται να αίρεται ούτε το αμέσως επόμενο διάστημα. Το κινεζικό κεφαλαιοκράτος, το κύριο βιομηχανικό κέντρο του πλανήτη αυτή τη στιγμή, έχει δηλώσει στο πλέον πρόσφατο πενταετές του πλάνο την γενική κατεύθυνση της οικονομικής του πολιτικής προς ''τριτογενοποίηση'', μεταβάλλοντας την αναλογία επενδύσεων εντάσεως κεφαλαίου (και γνώσης) προς τις επενδύσεις εντάσεως εργασίας (σχετική-απόλυτη υπεραξία) προς όφελος των πρώτων, με ταυτόχρονη στροφή στην εσωτερική κατανάλωση (άρα και σχετική αύξηση της αγοραστικής δύναμης ως από τα πάνω στρατηγική της άρχουσας τάξης). Δεδομένης της ανώτερης τεχνολογικής οργάνωσης, έως και αυτοματοποίησης, της αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής, με αποτέλεσμα τη συνολική μείωση του αριθμού των απασχολούμενων σε πρωτογενή και δευτερογενή τομέα στη ''Δύση'', και την συγκέντρωση μεγάλων βιομηχανικών μονάδων ''κλασικού τύπου'' με απόσπαση απόλυτης υπεραξία (μέσω επιμήκυνσης χρόνου απλήρωτης εργασίας ή εντατικοποίησής της στη μονάδα του χρόνου) σε χώρες ''εκτός Δύσης'', δεν αναμένεται η πορεία αυτή των παραγωγικών δυνάμεων να αντιστραφεί, παρά μόνο να ανακοπεί με καταστροφικό τρόπο σε μια επερχόμενη έκρηξη των οικονομικών, πολιτικών και πολεμικών αντιθέσεων. Υπό τον όρο ότι ο πλανήτης Γη θα συνεχίσει να υπάρχει, ο Τριτογενής Τομέας θα λειτουργεί σαν μαγνήτης που έλκει τις παραγωγικές δυνάμεις και τείνει να αντικαταστήσει την χειρωνακτική, επαναληπτική-μηχανική εργασία, με μόνο φραγμό της καπιταλιστικές σχέσεις εξουσίας και ανταγωνισμού, και μόνη προοπτική ολοκλήρωσης την Κοινοπολιτεία της αταξικής κοινωνίας.Μέχρι τότε, δεν μπορούν παρά να συνυπάρχουν οι κραυγαλέες ανισότητες που οφείλονται στην έλλειψη πανκοινωνικού σχεδιασμού και στην έλλειψη κοινωνικής βούλησης να απελευθερωθεί ο χρόνος του ανθρώπου από την υποδουλωτική εργασία.

Αξίζει εδώ να θυμηθούμε την παράδοση του εργατισμού και της Ιταλικής Αυτονομίας, που ανέδειξε τις διατυπώσεις του Μάρξ περί ''πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο Κεφάλαιο'' και ''Γενικής Διάνοιας''-για τον Μάρξ, ιδίως των Grundrisse, υπάρχει η αντικειμενική τάση αντικατάστασης της ανθρώπινης εργασίας από μηχανές, μέχρι το σημείο εκείνο που η εργασία των ανθρώπων γίνεται εργασία διευθυντική, εποπτική, διαχειριστική επί των μηχανών και των συνολικών παραγωγικών διαδικασιών, εργασία που συμπυκνώνει το διεπιστημονικό κεκτημένο κοινωνικής και τεχνολογικής γνώσης της ανθρωπότητας, μετατρεπόμενη σε απολαυστική, καλλιτεχνική δραστηριότητα-έργο τέχνης της οποίας γίνεται η ίδια η ανθρώπινη ζωή. 

Το οργανικό πέρασμα από το πρωτογενή στο δευτερογενή και έπειτα στον τριτογενή τομέα παραγωγής, γίνεται με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τη μετατόπιση του κέντρου βάρους στον επόμενα τομέα παραγωγής, με την τεχνολογική ''λύση'' των προβλημάτων και των αναγκών που έχουν ανακύψει από τον προηγούμενο τομέα παραγωγής. Μολονότι η πορεία που θα ακολουθήσει κάθε κοινωνικός σχηματισμός ξεχωριστά είναι διαφορετική, και τα περάσματα δεν είναι συχνά ''οργανικά'' με το τρόπο που το ορίσαμε παραπάνω αλλά ''τυχαία'' και ''συγκυριακά'' λόγω της ανισόμετρης ανάπτυξης στο χώρο και το χρόνο (που οξύνεται στον καπιταλισμό), ο γενικός Νόμος του περάσματος φαίνεται να επιβάλλεται μακροιστορικά. Μέσα σε συνθήκες καπιταλιστικού ανταγωνισμού και στο βαθμό που δεν γίνεται αντικαπιταλιστική επανάσταση, οι πρωτοπόρες τεχνολογικές εξελίξεις σε μια χώρα αντιγράφονται από άλλες και έτσι επιβάλλεται μια ''κανονική'' αναπτυξιακή τροχιά, που είτε ένα κεφαλαιοκράτος την ακολουθεί, είτε υποβαθμίζεται στον διεθνή ανταγωνισμό.

Κορυφαία παραδείγματα ''οργανικού'' περάσματος είχαμε στις ΗΠΑ, στην Ιαπωνία, στις παραδοσιακά ισχυρότερες καπιταλιστικές χώρες της Ε.Ε συνολικά. Σε άλλες χώρες είχαμε ένα πέρασμα από το πρωτογενή στον τριτογενή τομέα χωρίς την οργανική ανάπτυξη και τεχνολογική βελτιστοποίηση του δευτερογενή τομέα (στο βαθμό που αυτό συνέβη στο δευτερογενή τομέα, ήταν σ σε σύνδεση με το πρωτογενή τομέα, στον τομέα των πρώτων υλών κλπ), ενώ σε άλλες δεν έχει προχωρήσει η τριτογενοποίηση ούτε η εκβιομηχάνιση με τρόπο καθοριστικό για τη δομή συνολικά της οικονομίας.

Παρά τις ανισομετρίες στη συνολική κεφαλαιοκρατική ανάπτυξη, οι τελευταίες δεκαετίες σημαδεύουν μια εποχή που ο τριτογενής τομέας και οι τεχνολογίες αιχμής γίνονται οικονομικά και στρατιωτικά καθοριστικές της κεφαλαιο-κρατικής ισχύος. Ωστόσο, η κεφαλαιοκρατική οικονομική δυναμική τροφοδοτείται σε βάθος χρόνου από τη βιομηχανική δυναμική παραγωγής πρωτίστως μέσων παραγωγής και δευτερευόντως μέσων κατανάλωσης. Η τριτογενοποίηση μιας καπιταλιστικής οικονομίας, που συνεπάγεται συνήθως και τη χρηματοοικονομική της εξειδίκευση, είναι σημάδι γήρατος και επερχόμενης παρακμής. Η εκβιομηχάνισή της είναι σημάδι σφρίγους και μακροχρόνιας δυναμικής. Όταν τριτογενοποιείται εντός του καπιταλισμού μια οικονομία, οι βασικοί κύκλοι ποιοτικής αναβάθμισης της παραγωγής έχουν κλείσει. Όταν βιομηχανοποιείται, ένας κύκλος παραμένει ακόμα ανοιχτός.

Πρωτογενής, δευτερογενής, τριτογενής τομέας, διαμορφώνουν και αντίστοιχη παραγωγή αγαθών, άρα ταυτόχροναυποκείμενα εργασίας και κατανάλωσης. Επιπλέον, διαμορφώνουν και διαφορετικά περιβάλλοντα ύπαρξης και σύγκρουσης (υπαίθριο/αγροτικό, αστεακό, μητροπολίτικο).  Μια επαναστατική θεωρία του υποκειμένου δεν θα έμενε απλώς στον τυπικό φορμαλισμού του Υποκειμένου και των στάσεών του απέναντι στο Νόμο και το Συμβάν, αλλά θα εξειδίκευε τη γενική της τυπολογία στις συγκεκριμένες μακροιστορικές και μικροιστορικές υποκειμενικές δομές (με όλες τις γενικές διακλαδώσεις τους) που διαμορφώνουν οι παραγωγικές διαδικασίες και η ανάπτυξη της βασικής αντίθεσης, της σχέσης των ανθρώπων με τους όρους ύπαρξής τους. 


Στον Χέγκελ βρίσκουμε μια λογική ανάλυση της σχέσης των τριών τομέων παραγωγής, ως στιγμών μιας διαλεκτικής ''τριάδας''. Στις παραγράφους 203-205 της Φιλοσοφίας του Δικαίου (κλικ στον σύνδεσμο), ο Χέγκελ αναλύει την αγροτική εργασία ως μια άμεση σχέση με τη Φύση, τη μεταποίηση, τη βιομηχανία και το εμπόριο, ως μια διαμεσολάβηση της φύσης από τον άνθρωπο (στο βαθμό της αντίθεσης), και την εργασία περί του καθολικού (που για τον Χέγκελ σημαίνει κυρίως τις κρατικές υπηρεσίες) ως μια σχέση της έννοιας με τον εαυτό της (η νόηση ως εργασία και πρώτη ύλη του εαυτού της). Σημειώνει επιπλέον ότι η αγροτική εργασία αντιστοιχεί σε έναν οικιακό-συγγενικό τρόπο ζωής, η μεταποίηση, η βιομηχανία και το εμπόριο (και γενικά ο δευτερογενής τομέας) στην ''κοινωνία των ιδιωτών'' και το ''εξωτερικό αστικό κράτος'', και η διανοητική παραγωγή υπηρεσιών στο δεύτερο είδος Κράτους του Χέγκελ, την έλλογη Πολιτεία-στην εκδοχή του Μάρξ, η τρίτη διαλεκτική στιγμή δεν είναι άλλη από την παγκόσμια κοινωνικοποιημένη ανθρωπότητα, όπου έχουμε τη ''Γενική Διάνοια'' ως εργασία, αυτοσκοπό και γνωστικά θεμελιωμένη καλλιτεχνική δραστηριότητα της ανθρωπότητας πάνω στον εαυτό της. Η Φιλοσοφία της Ιστορίας του Χέγκελ, περισσότερο από την Φιλοσοφία του Δικαίου του, μας δίνει την ερμηνευτική δυνατότητα μιας ελευσόμενης παγκόσμιας κοινοπολιτείας στην οποία ενσαρκώνεται το διαμορφούμενο παγκόσμιο πνεύμα των λαών. Απέναντι στο φάντασμα αυτής της παγκόσμιας κοινοπολιτείας, που ξορκίζουν σήμερα οι άρχουσες τάξεις όπως ξόρκιζαν το φάντασμα του Κομμουνισμού, όλα τα έθνη-κράτη δεν είναι παρά μερικότητες και αναληθή ως προς την αυτονομία και αυτοθεμελίωσή τους-το ίδιο το γεγονός των πολεμικών ανταγωνισμών και των οικονομικών αλληλοεξαναγκασμών το αποδεικνύει καθημερινά.

Στη βάση των παραπάνω, και πολλών άλλων, μπαίνει ως πρωταρχικό συλλογικό καθήκον η ανακατασκευή του ιστορικού υλισμού των Μάρξ-Ένγκελς και της Φιλοσοφίας της Ιστορίας του Χέγκελ, λαμβάνοντας υπόψη τα σύγχρονα ανθρωπολογικά δεδομένα, στη βάση της διαλεκτικής μεθοδολογίας και υπό το φως των επιστημονικών επιτευγμάτων του 20ου αιώνα.