Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

Κ.Τσουκαλάς:Το μικρομεσαίο θαύμα είχε ημερομηνία λήξεως


Το άρθο υπέδειξε ο Αφώτιστος Φιλέλλην 



Με την ξαφνική μετάβαση προς το άγνωστο, όλα εμφανίζονται απειλητικά και ανοίκεια. Από τη στιγμή που φοβόμαστε ένα μέλλον που δεν μπορούμε καν να φανταστούμε, είμαστε υποχρεωμένοι να αναστοχαστούμε για ένα παρόν που κλυδωνίζεται και ένα παρελθόν που δεν ήταν εκείνο που κάποτε πιστεύαμε. Έτσι, η κρίση βιώνεται πάντα και ως κρίση σημασιών, αξιών, κοσμοπαραστάσεων και βεβαιοτήτων. Και γι’ αυτόν ίσως τον λόγο τείνουμε να σκεφτόμαστε την έξοδο απ’ αυτήν με όρους αποφαντικούς. Για να μη βυθιστούμε στα τενάγη της αμφιβολίας, τείνουμε να εξορκίζουμε την αβεβαιότητα προσφεύγοντας σε επιτακτικές εντολές. Όπως ο Μωυσής που καλούσε τους πιστούς στην άκριτη υποταγή και τη μετάνοια, έτσι και οι σύγχρονοι προφήτες ομιλούν την γλώσσα ενός ονομαστού Κυρίου. Αλλάξτε, εκσυγχρονισθείτε, αρθείτε στο «ύψος των περιστάσεων», συμμορφωθείτε, «ανασκουμπωθείτε» και, επιτέλους, δουλέψτε. (Μια εντολή, ειρήσθω εν παρόδω που αρμόζει απολύτως όταν απευθύνεται συλλήβδην σε μια χώρα όπου ένας στους τέσσερις είναι άνεργος και όπου οι μέσοι όροι ώρας εργασίας είναι κατά 40% υψηλότεροι από εκείνους της Γερμανίας). Αφού ως αμαρτωλοί και κλέφτες είσθε συλλήβδην υπεύθυνοι για τα αδιέξοδά σας, πρέπει να αναλάβετε τις έωλες τύχες σας στα υπεύθυνα χέρια σας.

Από τον Αλέξη Ζορμπά στον καλβινιστή σουμπετεριανό επιχειρηματία

Έτσι, η εποχή της ατιμώρητης συλλογικής αυταπάτης έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Ο χαμένος παράδεισος των «οκνηρών και διεφθαρμένων χαραμοφάηδων» οφείλει να μεταμορφωθεί σε μια χώρα ενάρετων πολιτών. Νέα πρόσωπα, νέα προσωπεία και νέοι υποβολείς καλούνται λοιπόν να ανέλθουν στη σκηνή. Θα πρέπει να εκκολαφτούν νέα αρχέτυπα, εξίσου μυθικά με εκείνα που πρέπει να εγκαταλειφτούν οριστικά. Exit ο ανορθολογικός νεορθόδοξος Αλέξης Ζορμπάς, exit οι αυτάρεσκοι κάπηλοι του εξαίσιου παρελθόντος, enter ο βουβός και πειθαρχημένος ζευγάς, enter ο ανεπιφύλακτος μεταρρυθμιστής, enter ο ορθολογιστής καλβινιστής σουμπετεριανός επιχειρηματίας. Είτε ως μεταβατικό είτε ως μόνιμο, το αναγκαίο «θεραπευτικό σοκ» δεν μπορεί λοιπόν να είναι απλώς οικονομικό.
Είναι επίσης πολιτιστικό, ιδεολογικό, κοσμοθεωρητικό και καθαρτικό. Γονυπετής ενώπιον των εταίρων και πιστωτών της και των απανταχού χαιρέκακων θεατών, η χώρα και μαζί της σύσσωμοι οι άτυχοι πολίτες της πρέπει να ζητήσουν κατανόηση και επιείκεια, επιδεικνύοντας έμπρακτη μετάνοια για ό,τι «ήταν» και για όλα εκείνα για τα οποία όλοι θεωρούσαν ως κεκτημένα και για τα οποία ορισμένοι απ’ αυτούς μπορούσαν ακόμα και να επαίρονται.
Θα πρέπει λοιπόν να μεθοδεύσουμε τη συλλογική ηθική μας ανάσταση. Τα κριτήρια όμως αυτής της ανάστασης δεν είναι έλλογα. Παραμένουν και πρέπει να παραμείνουν ανονόμαστα. Ελάχιστοι επισημαίνουν ότι στον νέο αναδυόμενο κόσμο, και την ίδια στιγμή που οφείλουν να καταξιώνονται απερίφραστα οι ανάλγητες «ορθολογικές μεγαλοϊδιοτέλειες» των κεφαλαιούχων και των «αγορών», οφείλουν επίσης να απαξιώνονται, και μάλιστα με ακόμα μεγαλύτερη έμφαση, οι «ευτελείς ανορθολογικές μικροϊδιοτέλειες» εκείνων που δεν επιδιώκουν παρά την επιβίωσή τους. Δεν είναι περίεργο. Όπως ακριβώς συμβαίνει με την εκμετάλλευση, την εξαπάτηση και την κλοπή, έτσι και η αναλγησία μπορεί να εμφανίζεται αξιοκατάκριτη μόνο στις μικροκλίμακες. Κανείς όμως δεν επιτρέπεται πλέον να προβληματίζεται. Η πίστη μας στις άνωθεν προερχόμενες ορθόδοξες ετυμηγορίες δεν επιτρέπεται πια να κλονίζεται μέσα από ξεπερασμένες λογικές επιχειρηματολογίες.

Το ελληνικό «μικρομεσαίο θαύμα»

Δεν προτίθεμαι βέβαια να φιλοσοφήσω. Το ζήτημα τίθεται μόνον επειδή μέχρι πρόσφατα το συλλογικό υποκείμενο που ονομάζαμε Ελλάδα φαινόταν να μπορεί να αντιπαρέρχεται τις δοκιμές συνταγές, συνδυάζοντας «επιλεκτικά» τα καλά όλων των νοητών κόσμων δίχως να παγιδεύεται στα κακά τους. Πράγματι, είναι χαρακτηριστικό πως για μια σειρά από λόγους στους οποίους είναι αδύνατον να υπεισέλθω, η χώρα φαίνονταν να μπορεί να προωθεί την υλική της ευζωία δίχως να εμφανίζει πολλά από τα πιο κραυγαλέα αρνητικά συμπτώματα των ανεπτυγμένων δυτικών κοινωνικών. Ενώ για πολλές δεκαετίες οι ρυθμοί αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης ήταν οι υψηλότεροι ανάμεσα σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ, τα ποσοστά της εγκληματικότητας, των εξαρτημένων από ναρκωτικά, των ψυχικών νόσων, των εγκλεισμών, των καταθλίψεων, των αυτοκτονιών και των παραβατικών ενεργειών παρέμεναν θεαματικά χαμηλά. Ίσως λοιπόν μοιραία, οι εύπιστοι και αυτάρεσκοι Έλληνες άρχισαν να πιστεύουν και πάλι στο δαιμόνιο της «περιούσιας» φυλής. Η φαινόμενη πρόσβαση στη γη της καπιταλιστικής επαγγελίας εμφανίζονταν εφικτή δίχως την εξάλειψη των αμοιβαιοτήτων που συνοδεύουν τις παραδοσιακές δομές και πρακτικές. Αυτό ακριβώς ήταν το υλικό, οικονομικό και ιδεολογικό υπόβαθρο του νεοελληνικού «μικρομεσαίου θαύματος».
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας εμφανίζει εντελώς ιδιαίτερα, ίσως και μοναδικά χαρακτηριστικά. Ακολουθώντας παλιότερα χνάρια, αλλά σε εντελώς διαφορετικές πλέον συνθήκες, οι περισσότεροι Έλληνες εξακολουθούν να επιζούν ως ανεξάρτητοι μικροεπαγγελματίες, μικρέμποροι, μικροεπιτηδευματίες και μικροπαραγωγοί. Ακόμα και στην αρχή του 21ου αιώνα, οπότε και ήταν ήδη φανερό πως το σύστημα είχε αγγίξει τα ακραία του όρια, οι αυτοαπασχολούμενοι ξεπερνούσαν το 40% του ενεργού πληθυσμού, ενώ οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα δεν ήσαν παραπάνω από 35%, ποσοστό θεαματικά μικρό σε σύγκριση με τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, όπου οι μισθωτοί φθάνουν ή ξεπερνούν το 90%, ακόμα και το 95% του ενεργού πληθυσμού. Αν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψιν πως οι περισσότεροι ανάμεσά τους εργάζονταν σε μικρές ή νανώδεις οικογενειακές επιχειρήσεις, η απόκλιση εμφανίζεται θεαματική.
Απομένουν βέβαια τα κατεξοχήν αποδιοπομπαία 25% περίπου του πληθυσμού που απασχολούνται στον υπερδιογκωμένο, υποτίθεται, δημόσιο τομέα. Πρόκειται όμως για έναν ακόμα μύθο, αν σκεφτούμε πως το ποσοστό αυτό είναι μικρότερο από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όπως, αντίστοιχα, εξίσου μικρό είναι και το ποσοστό του ΑΕΠ που ελέγχεται ευθέως από το κράτος. Η ιδιότυπη δυσλειτουργία της δημόσιας απασχόλησης στην Ελλάδα δεν οφείλεται στη μεγάλη της έκταση, αλλά στη σύνθεση και λειτουργία της, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο αρθρώνεται με τις «άλλες» εξωκρατικές μορφές εξαρτημένης εργασίας. Πράγματι, όταν ο ιδιωτικός τομέας παραμένει καχεκτικός, όταν η κοινωνία προσφέρει ελάχιστες «άλλες» ευκαιρίες μισθωτής απασχόλησης, όταν δηλαδή η εμβέλεια, άρα και η έλξη της ιδιωτικής αγοράς εργασίας παραμένουν περιορισμένες σε σύγκριση με την αύρα που περιβάλλει τις διαδικασίες του διορισμού στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, είναι λογικό η δημοσιοϋπαλληλία να επιβάλλει τη συχνά αντιπαραγωγική συστημική λογική της σε ολόκληρο το σύστημα της εξαρτημένης εργασίας. Και αυτό, προφανώς, δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα. Το γεγονός ότι η αγορά της εργασίας στην αναπτυσσόμενη ελληνική κοινωνία παρέμενε καθημαγμένη σε αντιπαραγωγικά και εν πολλοίς προκαπιταλιστικά πρότυπα αποκτά την ιδιαίτερη ιδεολογική και κοινωνική του σημασία μόνο σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η επιλεκτική κρατική απασχόληση ήταν πιο ελκυστική από την ακόμα ισχνότερη ιδιωτική. Είναι λοιπόν φανερό ότι η –συχνή τον τελευταίο καιρό– αναφορά σε «σοβιετικού τύπου πρότυπα» δεν είναι μόνον κωμική και αθεμελίωτη, αλλά και υποβολιμαία. Ακόμα και ως κρατικοδίαιτοι, οι Έλληνες παρέμεναν φαντασιακά πολυπράγμονες και προοπτικά ανεξάρτητοι μικρομεσαίοι.
Η ιδιαιτερότητα αυτή της ελληνικής κοινωνίας σφράγισε τις κυρίαρχες μορφές κοινωνικής κινητικότητας, και μαζί με αυτές τις ιδεολογικές και φαντασιακές σταθερές που στηρίζονται επάνω τους. Με δεδομένη τη συνεχιζόμενη ισχνότητα του ιδιωτικού τομέα, η πλειονότητα του πληθυσμού οργανώνει κατ’ ανάγκην την επιβιωτική στρατηγική της μέσα από έναν ευέλικτο συνδυασμό των προφανών και διαθέσιμων διεξόδων, αλλά και των απομακρυσμένων η και εξεζητημένων προοπτικών. Και, στο πλαίσιο αυτό, οι ανεξάρτητες και αυτοσχέδιες δραστηριότητες και οι προσδοκίες πρόσβασης στη δημόσια απασχόληση δεν εμφανίζονται ως διαζευκτικές επιλογές, αλλά ως αθροιστικές και συμπληρωματικές στρατηγικές. Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η καίρια λειτουργική και ιδεολογική σημασία του θεμελιώδους θεσμού της πυρηνικής οικογενείας (και συχνά της ευρύτερης οικογενείας). Ως «οιονεί επιχείρηση» οργανώνεται σαν πάγιο δίκτυο που αναλαμβάνει τον κεντρικό ρόλο του ορθολογικού προγραμματισμού ενός κοινού μέλλοντος, που πρέπει να πατάει σε όσο το δυνατόν περισσότερες βάρκες. Η συλλογική μνήμη της πρόσφατης ανέχειας είναι πάντα ζωντανή.
Η ελληνική κοινωνική «πολυσθένεια»
Μάριος Πράσινος, «Γυναικείο κεφάλι», 1944

Οι κοινωνικές προεκτάσεις αυτής της ιδιαίτερης δομής είναι αναρίθμητες και γνωστές σε όλους. Η εμμονή στη διατήρηση της ιδιοκτησίας των οικογενειακών αγροτικών κλήρων, ακόμα και αν πρόκειται να παραμείνουν ακαλλιέργητοι, η αντίσταση στις πιο εξωφρενικές μορφές μιας καθηλωτικής (ή και εξευτελιστικής) πάγιας εξάρτησης, η συστηματική πολυαπασχόληση, η πανταχού παρούσα «αντασφαλιστική» λειτουργία της αλληλέγγυας οικογένειας και ο φετιχοποιημένος προγραμματισμός της εκπαίδευσης με κύριο στόχο την απασχόληση ενός τουλάχιστον μέλους της στο δημόσιο δεν είναι παρά όψεις του ίδιου νομίσματος. Πολλοί ήσαν, και είναι ακόμα, εκείνοι που επιβιώνουν δραστηριοποιούμενοι παράλληλα και ταυτόχρονα στην εποχιακή γεωργία, στην αναζήτηση ευκαιριακών εργασιών, σε μια δημόσια απασχόληση δίχως αυστηρές προδιαγραφές και σε οικογενειακές μικροεπιχειρήσεις. Αυτό ακριβώς είναι το φαινόμενο που ονομάστηκε «πολυσθένεια».
Τα περισσότερα φαινόμενα που επισύρουν την ομόφωνη μήνιν των ορθοφρονούντων εκσυγχρονιστών εντάσσονται σε αυτά ακριβώς τα πλαίσια. Η διάχυτη διαφθορά της δημοσιοϋπαλληλίας, η εμμονή των «πελατειακών» πλεγμάτων, το αναποτελεσματικό κράτος από το οποίο όλοι κρύβονται και ταυτόχρονα όλοι προσδοκούν ανταλλάγματα (για συνδυασμό κρατοφοβίας και κρατολατρίας μιλούσε ήδη ο Γκράμσι), η εκτεταμένη «λούφα», η συστηματική φοροδιαφυγή, η άνθηση της υπόγειας οικονομίας που υπολογίστηκε σε 30 ως 40% του ΑΕΠ και η εξάπλωση «τζαμπατζήδικων» προτύπων συμπεριφοράς (free riders) δεν είναι βέβαια προϊόντα φυλετικά επικαθοριζομένων ηθικών ελλειμμάτων ή χαρακτηριολογικών ιδιομορφιών. Τα συμπτώματα αυτά προκύπτουν από την ιστορική πραγματικότητα ως δευτερογενείς προεκτάσεις των επιβιωτικών στρατηγικών. Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε ότι σε όλες τις χώρες, πλούσιες και φτωχές, οι ανεξάρτητοι μικρομεσαίοι τείνουν πάντα να λειτουργούν περίπου όπως και οι έλληνες συνάδελφοι τους. Η διαφορά (θεμελιώδης!) είναι ότι, ενώ στις περισσότερες ανεπτυγμένες κοινωνίες η επιβίωση τέτοιων στρωμάτων έχει ήδη φθάσει στα όρια της, στην Ελλάδα εξακολουθούν να κυριαρχούν στην κοινωνική σκηνή. Αυτό ακριβώς είχε στο κεφάλι του ο Ανδρέας Παπανδρέου όταν κατήγγελλε το «κατεστημένο» στο όνομα των «μη προνομιούχων μικρομεσαίων». Και επάνω σε αυτή τη βάση θεμελιώθηκε ο πασοκικός μικρομεσαίος λαϊκισμός. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επινοητική συνθηματολογία του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ αντιστοιχούσε με απόλυτη ακρίβεια στη νεοελληνική ιδιαιτερότητα. Οι μικρομεσαίες κοινωνίες εκτρέφουν μικρομεσαίες ιδεοληψίες.
Το δράμα της Ελλάδας είναι ότι, όπως όλα τα θαύματα, έτσι και το μικρομεσαίο θαύμα είχε ημερομηνία λήξεως. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και πέρα, η έκρηξη του συστήματος εμφανίζονταν αναπόφευκτη. Και, με αυτή την έννοια, η τρέχουσα κρίση δεν έκανε τίποτε άλλο από το να επιταχύνει και να οξύνει τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα. Είναι βέβαια αλήθεια πως το «τέλος εποχής» εμφανίστηκε σε άμεση συνάρτηση με τη δημοσιονομική εκτροπή και την έκρηξη του δημοσίου χρέους και παγιώθηκε σαν αποτέλεσμα των εσφαλμένων, αλυσιτελών, βλακωδών ή και εγκληματικών χειρισμών των πολιτικών ηγεσιών. Όμως, οι ρίζες αυτού του «τέλους» θα πρέπει να αναζητηθούν στον ιδιαίτερα ευάλωτο χαρακτήρα ενός κοινωνικού συστήματος που ήδη βρίσκονταν σε κρίση αναπαραγωγής. Μοιραία λοιπόν ίσως, οι πλανητικής εμβέλειας μεταλλαγές που ακολούθησαν την παγκοσμιοποίηση, σε συνδυασμό με τις αποδιοργανωτικές προεκτάσεις της όλο και πιο «άνισης ανταλλαγής» ανάμεσα στις πλούσιες και τις φτωχές χώρες της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης, οδήγησαν την ελληνική κοινωνία και οικονομία σε απρόσμενα αδιέξοδα. Εν μια σχεδόν νυκτί, η αντικειμενική αδυναμία του κοινωνικού συστήματος να παράγει με ανταγωνιστικούς αγοραίους όρους εμφανίστηκε με τη μορφή μιας πρωτόγνωρης και πολυεπίπεδης κρίσης — με αποτέλεσμα όλο και περισσότεροι Έλληνες να φαίνεται να αποστερούνται βίαια όλες τις διαθέσιμες επιβιωτικές διεξόδους. Από την άποψη αυτή, οι σημερινές προοπτικές θυμίζουν την Αγγλία του 18ου αιώνα, όπου οι «περιφράξεις» των κοινών λειμώνων οδήγησε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στην απόλυτη αθλιότητα.

Η Ελλάδα στην ανατομική κλίνη

Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Μαζί με την Ελλάδα, η κρίση επηρεάζει αποφασιστικά και την Ευρώπη. Υπό τις τρέχουσες συνθήκες, θεωρείται πια οικουμενικά αυτονόητο πως η δημοσιονομική πειθαρχία και η σκληρή λιτότητα συνιστούν τη μόνη απάντηση σε όλα τα διαφαινόμενα αδιέξοδα. Όλοι φαίνεται να συναποδέχονται ότι, στο όνομα της ορθολογικότητας, οι ανάλγητες αγορές μπορεί και πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προωθούν τα συμφέροντά τους, τσακίζοντας, στην ανάγκη ανελέητα, όσους βρεθούν στο διάβα τους. Ακόμα λοιπόν και για λόγους «εκπαιδευτικούς», όλες οι αποκλίνουσες μορφές πρέπει να παταχθούν παραδειγματικά. Η συνταγή είναι άλλωστε γνωστή και ιστορικά δοκιμασμένη: «Προσαρμοσθείτε η λιμοκτονήστε». Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα καλείται να ξαπλώσει οικειοθελώς σε μιαν ανατομική κλίνη, πάνω στην οποία καλοπροαίρετοι η κακοπροαίρετοι χειρουργοί και φαρμακοποιοί θα δοκιμάσουν «πειραματικά» να επιβάλουν όλες τις αναγκαίες νεοφιλελεύθερες μεταλλάξεις, δίχως να ενδιαφέρονται για τις συνέπειες. Ακόμα και αν τα κοινωνικά σώματα υποφέρουν, δυσφορούν, υποφέρουν, αντιδρούν ή αντιστέκονται, οι νέες ορθοδοξίες δεν ανέχονται αιρέσεις και δεν επιτρέπουν παρεκκλίσεις. Η οπισθόβουλη λογική είναι άλλωστε σαφής: για να προκόψει ο κόσμος, τα κέρδη πρέπει να αυξάνονται και το βιοτικό επίπεδο των εργαζόμενων πρέπει να συρρικνώνεται.
Η κατεξοχήν παρεκκλίνουσα και ιστορικά αυθάδης Ελλάδα θα είναι προφανώς και η πρώτη που καλείται να υποκύψει στον βίαιο νεοφιλελεύθερο «εξορθολογισμό». Το ζήτημα όμως δεν σταματά εδώ. Τον ίδιο δρόμο θα ακολουθήσουν πιθανότητα και άλλοι. Με αυτή την έννοια, μιλώντας για την Ελλάδα, μιλάμε ίσως και για την υπόλοιπη Ευρώπη, προσεχώς τη Νότια αλλά αργότερα ενδεχομένως και τη Βόρεια. Είναι σαφές ότι οι κανόνες δράσης των «αγορών» είναι ενιαίοι και προβλέψιμοι. Θυμίζω πως επικεντρώνοντας την ανάλυσή του στην Αγγλία, ο Μαρξ προειδοποιούσε, στον πρόλογο του Κεφαλαίου, τους συμπατριώτες τους πως μιλάει και γι’ αυτούς: «De te fabula narratur». Κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε κανείς να πει σήμερα στους εφησυχασμένους Ευρωπαίους. Από τη στιγμή που γίνεται δεκτό ότι για να ευδοκιμήσουν οι αγορές πρέπει να υποφέρουν οι άνθρωποι, όλα είναι πλέον όχι μόνο δυνατά και πιθανά, αλλά ίσως και αναπόφευκτα. Είναι γεγονός ότι τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί στην απρόσωπη λογική των πραγμάτων, αν δεν αμφισβητηθεί το σύνολο των παραδοχών που την οριοθετούν.

Η πλανητική κατίσχυση του ανεξέλεγκτου «καπιταλισμού του τζόγου»

Υπό τους όρους αυτούς λοιπόν, δεν είναι περίεργο ούτε ότι η ιδέα της ευρωπαϊκής σύγκλισης φαίνεται να καταρρέει ούτε ότι το «κεκτημένο» του Μάαστριχτ εμφανίζεται πλέον σαν μονόδρομος. Κανείς δεν φαίνεται πια να αντιστέκεται στην πλανητική κατίσχυση του ανεξέλεγκτου «καπιταλισμού του τζόγου». Η επιλογή των κρατούντων να υποταγούν στις αγορές αντί να τις πατάξουν αμείλικτα –και προφανώς θα μπορούσαν ακόμα και σήμερα να το πετύχουν, αν το ήθελαν– δείχνει ότι το πολιτικό, ιδεολογικό και πολιτιστικό πρόταγμα μιας συνεχώς συγκλίνουσας αλληλέγγυας Ευρώπης που απαρτίζεται από διαφορετικούς και ισοτίμους λαούς και πολιτισμούς έχει ήδη εκπνεύσει. Μοιραία, λοιπόν, το σχέδιο της ευρωπαϊκής οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ενότητας μετατίθεται στις ελληνικές καλένδες. Η Ευρώπη του Ντελόρ και του Σμιτ απέχει έτη φωτός από την Ευρώπη της Μέρκελ και του Σαρκοζί.
Βέβαια, το υπέροχο και ιδεαλιστικό σχέδιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δεν μπορούσε παρά να προσκρούσει σε αύξουσες δυσκολίες. Ήδη από την αρχή άλλωστε, ήταν προφανές πως η οικοδόμηση μιας νέας αλληλέγγυας Ευρώπης θα απαιτούσε τεράστιους πόρους, πολύ χρόνο και αδιάλειπτη πολιτική βούληση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως μετά από ενάμιση αιώνα το πρόβλημα του ιταλικού Νότου παραμένει άλυτο και ότι, είκοσι πέντε σχεδόν χρόνια μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, οι περιοχές που ανήκαν σε μια DDR που δεν έζησε παραπάνω από σαράντα χρόνια «υπολείπονται» ακόμα, από πολλές πλευρές, από την υπόλοιπη Γερμανία. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι, ήδη από την πρώτη μέρα, η ενοποιητική και ομογενοποιητική βούληση εμφανίζονταν διστακτική, επιφυλακτική και αναβλητική. Ήδη πριν να ενσκήψει η τρέχουσα κρίση, η Ευρώπη εμφανίζονταν σαν μια κοινοπραξία όπου, τουλάχιστον προσωρινά, το κάθε μέλος προωθεί τα δικά του συμφέροντα. Δεν είναι τυχαίο πως η σύγκλιση περιορίστηκε στα νομικά και θεσμικά στοιχεία που οριοθετούν το κοινό αναπτυξιακό και ανταγωνιστικό πρότυπο. Η σύγκλιση των «πραγματικών» οικονομιών και του επίπεδου ευζωίας των ευρωπαίων πολιτών μπορούσε, και ίσως «έπρεπε», να αναβληθούν επ’ αόριστον.
Το αξιακό και πολιτικό τίμημα των εξελίξεων αυτών είναι όμως απροσμέτρητο. Βαθμιαία, το νόημα όλων των «μεγάλων λέξεων» που κινητοποιούν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό από την εποχή του Διαφωτισμού μεταλλάσσεται στο αντίθετό του. Η ελευθερία συνοψίζεται στην ελευθερία του επιχειρείν και του κερδαίνειν, η ισότητα εξαντλείται στην εξασφάλιση της διαδικαστικής ισονομίας, η αδελφότητα και η αλληλεγγύη έχουν ξεχασθεί, η κοινωνική δικαιοσύνη έχει μετατραπεί σε ακριβοδικία, και το δικαίωμα στην επιβίωση περιορίζεται στο δικαίωμα στη διαφορά. Και έτσι, η δημοκρατία φαίνεται να περιορίζεται στη συντήρηση ενός πολιτικού θεάτρου όπου όλες οι καίριες αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην των λαών, ενώ η πολιτική μετατρέπεται σε απλή διαχείριση των συμφερόντων των ασύδοτων «αγορών». Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν, η ιδέα της προόδου παύει να αποτελεί αντικείμενο ενός πάντα επίμαχου προβληματισμού. Το κεφαλαιώδες και πάντα άλυτο ζήτημα της σχέσης σκοπών και μέσων ή της υλικής ανάπτυξης και της κοινωνικής δικαιοσύνης και αρμονίας δεν αφορά πια κανέναν.
Έτσι, μοιραία, η εποχή της οικουμενικής ανταγωνιστικότητας σηματοδοτεί την επιστροφή σε έναν πρωτόγνωρα άκρατο και «αυτορρυθμιζόμενο» κοινωνικό δαρβινισμό. Ο χομπσιανός homo homini lupus δεν έχει μόνο κατατροπώσει τον Μαρξ και ανασκολοπίσει τον Κέυνς. Επιπλέον, δεν φαίνεται καν να χρειάζεται να προσφεύγει στις υπηρεσίες ενός Λεβιάθαν που εμφανίζεται πλέον ως ετερόνομη μαριονέτα. Υπό τους όρους αυτούς λοιπόν, το τέλος της Ιστορίας και η έλευση του βασιλείου της μονόδρομης και αξιακά ασφυκτικής τεχνοκρατικής λογικής φαίνεται να έχουν συνεπιφέρει και το τέλος του πάντα ανολοκλήρωτου σχεδίου του Διαφωτισμού. Το μόνο που μας μένει είναι να μιλάμε, να αγωνιζόμαστε και να ευελπιστούμε στην ανασύνταξη του. Είναι βέβαιο ότι η ιστορία δεν τελείωσε.


Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το άρθρο είναι η ομιλία στο ίδρυμα Heinrich Βöll στο Βερολίνο, στις 25 Ιανουαρίου 2012.

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Ν.Σεβαστάκη: Το κατόπι της "Μεταπολίτευσης"





Του Νικόλα Σεβαστάκη

Τέσσερις δεκαετίες ζούμε στο κατόπι της Μεταπολίτευσης και των χρονικών της. Μας απασχολούν τα ανώγια και τα κατώγια, οι επίσημες κι οι παράτυπες όψεις της ελληνικής κοινωνικοπολιτικής ζωής του ύστερου 20ού αιώνα. Οι απολογισμοί, περισσότερο πικροί παρά γενναιόδωροι, περισσεύουν. Ζούμε, κυρίως, με την απορία για το πού ακριβώς κατευθυνόμαστε, για τον προσανατολισμό αυτού του κράτους και της συγκεκριμένης κοινωνικής του ενδοχώρας.

Τα τελευταία χρόνια, η κρίση πυροδότησε ουσιαστικά όλες τις εκδοχές παρωδιακής αναβίωσης ή δογματικής αποκήρυξης της Μεταπολίτευσης. Εχει έλθει η ώρα να τεθεί και το πραγματικό ερώτημα, πέρα από το άγχος για την ανάσταση παλαιάς κοπής αγωνιστικών ριζοσπαστισμών αλλά και δίχως εχθρότητα προς τον δημοκρατικό άνεμο των χρόνων μετά το ’74, αίσθημα φανερό ακόμα σε ορισμένους κύκλους της πολιτικής και της διανόησης.

Το πραγματικό ερώτημα νομίζω ότι αφορά τη νέα επινόηση της δημοκρατίας μας ως πολιτικής κοινότητας αλλά και ως κοινωνικών πρακτικών που συναποτελούν τον ελληνικό δημόσιο χώρο. Τι σημαίνει όμως «επινόηση» όταν αναφερόμαστε σε δημόσια πρότυπα και πολιτικές συλλήψεις; Υπάρχει, ως γνωστόν, ο πειρασμός να δοθεί μιαν απάντηση στο ερώτημα με ένα «ούτε δεξιά ούτε αριστερά», λύση που προωθεί πλέον έναν ακραίο εκλεκτικισμό σερφάροντας, δίχως ιεράρχηση, απ’ τα αντικρατικά στερεότυπα της νεοφιλελεύθερης Κεντροδεξιάς ώς την πολιτισμική Αριστερά. Σε αυτή την περίπτωση, η νέα επινόηση της δημοκρατίας συνδέεται κυρίως με μια «μεταπαραδοσιακή» ατζέντα διαλόγου που βγάζει εκτός συμμαχίας μόνο τους φασίστες ή τους απροκάλυπτα αντιδραστικούς.

Την ίδια στιγμή, η δεσπόζουσα εκλογικά και πολιτικά έκφραση της Αριστεράς στον τόπο μας συνεχίζει να υποτιμά τα αδιέξοδα και τις σημαντικές στρεβλώσεις που γιγαντώθηκαν και στο έδαφος προοδευτικών ή «φιλολαϊκών» κοινωνικών θεσμών των προηγούμενων δεκαετιών. Συχνά εκπέμπεται το μήνυμα πως το μοναδικό πρόβλημα από το 1974 και έπειτα υπήρξαν κάποιες κακές ολιγαρχίες, αθωώνοντας με αυτόν τον τρόπο ένα σύνθετο πλέγμα ηθών και πρακτικών που ιδιωτικοποίησαν την ελληνική δημοκρατία πριν ακόμα προβληθούν θεσμικά οι λεγόμενες πολιτικές των ιδιωτικοποιήσεων.

Από τη μία βλέπουμε να προωθείται η «υπέρβαση» του παλαιοκομματισμού με όρους μεταπολιτικής και επιτροπών σοφών. Από την άλλη, είναι ορατή η αδυναμία ή και η απροθυμία του αριστερού ριζοσπαστισμού να προτείνει μια νέα πολιτική ενότητα μακριά από τη μυθολογική χρήση των «ανένδοτων αγώνων» ή την αυταπάτη για ηγεμονικές αυτοδυναμίες.

Παρ’ όλα αυτά, οι συλλογικές μας αναπαραστάσεις δεν είναι στατικές. Είναι περισσότεροι σήμερα όσοι έχουν καταλάβει ότι μια ανάπτυξη με τοξικούς Ασωπούς, μπαζωμένα ρέματα και σπατάλες Ολυμπιακών διαστάσεων θα ήταν ανεπιθύμητη. Πολύ περισσότεροι, επίσης, είναι εκείνοι οι οποίοι εκτιμούν τη σημασία ενός κοινωνικού κράτους που διαθέτει σοβαρές υποδομές αλλά και το ευρύτερο κόστος που έχει η υποτίμηση της εργασίας. Πολλοί, τέλος, είναι και όσοι αποδέχονται ένα νέο πλαίσιο κανόνων δικαιοσύνης έχοντας επίγνωση της μη επιστροφής στα θέσμια του προηγούμενου μοντέλου. Από αυτόν εξάλλου τον κόσμο μπορεί και μόνο να στηριχτεί μια αριστερή πολιτική που θα έχει αυξημένη αίσθηση των δυσκολιών και του τραγικού ιστορικού περίγυρου. Και μιλώ για μια απαραίτητη αίσθηση του τραγικού, διότι διαβάζω άπειρες αναλύσεις που περιγράφουν έναν φανταστικό κόσμο χωρισμένο σε νεοφιλελευθερισμό και σοσιαλισμό παρ’ ότι σε ένα μεγάλο μέρος της γης δεν υφίσταται καν πολιτική Αριστερά (σοσιαλιστική), ενώ λίγο πιο μακριά από το χωριό μας την «ηγεμονία» την κερδίζουν με ποταμούς αίματος… σουνίτες τζιχαντιστές που ιδρύουν Χαλιφάτα!

Και στο εσωτερικό όμως επιβάλλεται η παραδοχή της πραγματικότητας: ότι αναπτύσσεται ένας υδροκέφαλος ματαιωμένος εθνικισμός, ένας αντιπολιτικός πρωτογονισμός και ένας αντιδημοκρατικός «ριζοσπαστισμός» που ονειρεύεται την ανόρθωση του έθνους ως εθνοκάθαρση (των κάθε λογής εχθρών και διαφωνούντων). Πληθαίνουν οι συμπολίτες μας που έχουν απολέσει κάθε ίχνος εμπιστοσύνης, που χειρίζονται απλώς διαφορετικά διαπροσωπικά ή επαγγελματικά μίση ή κινούνται αποκλειστικά στη βάση της αντεκδίκησης κατά πάντων.

Σαράντα χρόνια έπειτα από την τομή του 1974 όλα είναι λοιπόν πάνω στο τραπέζι. Υπάρχει ο λαός του Μπέου και του Κασιδιάρη αλλά και εκείνοι οι πολλοί Ελληνες που αντιστέκονται στις νέες μορφές βάναυσης χειραγώγησης των λαϊκών αισθημάτων. Και μέσα στην Αριστερά γίνεται πιο επιτακτική, ακόμα και αν δεν συζητείται ανοιχτά, η ανάγκη ενός σαφούς ηθικοπολιτικού διαχωρισμού από τις κουλτούρες του αυταρχικού ριζοσπαστισμού και της ιδεολογικής μισαλλοδοξίας που μας έρχονται από το παρελθόν. Ακριβώς για να μην περάσει το δημαγωγικό μήνυμα «ούτε δεξιά ούτε αριστερά» μοιάζει πιο απαραίτητη από ποτέ η ανάγκη να ξανασκεφτούμε τη διαιρετική τομή Δεξιάς και Αριστεράς με τους όρους του έτους 2014, όχι με τους όρους του 1944, του 1965 ή και του 1989.
Ανάμεσα στο «όλοι οι καλοί Ελληνες χωρούν» και στη φαντασίωση μιας κάθετης διαίρεσης φίλων και εχθρών, ανάμεσα στην έλλειψη ιδεολογικού συνόρου και στον ιδεολογικό αναχρονισμό των εμφυλίων, ανοίγεται το πεδίο των πραγματικών και επισφαλών αναμετρήσεων. Οχι μόνο με την παγίωση της ύφεσης αλλά με την επικίνδυνη παραγωγική, ποιοτική και οικολογική καχεξία του ελληνικού καπιταλισμού. Για να μην προχωρήσει περισσότερο η απαξίωση της ευρωπαϊκής και δυτικής μας ταυτότητας που κατοχυρώθηκε μετά το 1974. Και για να μην κυριαρχήσει στον κοινό νου ο εθνικισμός ως μοναδικός χειριστής της συλλογικής αγωνίας και της ιδέας του γενικού συμφέροντος.

Μια τέτοια πολύπλευρη, διανοητική και πολιτική, αναμέτρηση με τους κινδύνους τού σήμερα και τα ιδεολογικά παραπροϊόντα της κρίσης θα ήταν ο καλύτερος τρόπος να μην ξεχάσουμε τη Μεταπολίτευση αλλά, θάβοντας όσα πρέπει επιτέλους να ταφούν, να ανανεώσουμε τη θετική της κληρονομιά. Οσο, αντίθετα, η εμπειρία αυτών των χρόνων –που υπήρξαν για πολλούς από εμάς τόσο η πολιτική όσο και η αισθηματική μας αγωγή– θα γίνεται απλώς πρόσχημα για να διεξάγουμε ανόητους πολιτικούς και πολιτισμικούς πολέμους, όσο δηλαδή θα λείπει ο ειλικρινής αναστοχασμός, τόσο θα μεγαλώνει και ο κίνδυνος μιας δυσάρεστης έκπληξης: εκεί που περιμένουμε τη νέα Μεταπολίτευση να προκύψει μια εποχή διαλυτικής αστάθειας και νεοσυντηρητικών οπισθοδρομήσεων. Το ζήτημα είναι να έχουμε πλήρη συνείδηση και αυτού του ρίσκου.

*Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών στο ΑΠΘ

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Καμιά παραίτηση για "ηθικούς λόγους"; (Παπαμιμίκος)


Στο επίκεντρο της έρευνας του ΣΔΟΕ για τις χρηματοδοτήσεις Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων από το Υπουργείο Εξωτερικών, βρίσκεται ο Γραμματέας της ΝΔ...

Ανδρέας Παπαμιμίκος.

Σύμφωνα με έγγραφο του ΣΔΟΕ που δημοσιεύει η ιστοσελίδα το imerodromos.gr, η έρευνα που διενεργείται για τον Γραμματέα της ΝΔ έχει σχέση με τη συμμετοχή του στη ΜΚΟ «Δίκτυο για τη Δημοκρατία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη ΔΙ.ΔΗ.ΝΕ», πρώην «Δίκτυο Πρωτοβουλίας για τη Δημοκρατία στα Δυτικά Βαλκάνια».

Η έρευνα που ζήτησε η εισαγγελία και έχει αναλάβει ο ΣΔΟΕ αφορά τη διακρίβωση της τυχόν τέλεσης αδικημάτων, τα οποία διώκονται σε βαθμό κακουργήματος. Συγκεκριμένα:
-υπεξαίρεσης σε βάρος του Δημοσίου
-κατ" εξακολούθηση, απάτης σε βάρος του Δημοσίου
-νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες
-και έκδοσης πλαστών και εικονικών τιμολογίων.

Σ αυτό το πλαίσιο ο ΣΔΟΕ ζήτησε από την ν Υπηρεσία Διεθνούς Αναπτυξιακής Συνεργασίας (ΥΔΑΣ) του Υπουργείου Εξωτερικών ενημέρωση για το «αν υπάρχει στα αρχεία της υπηρεσίας σας ΜΚΟ αστική εταιρεία με το όνομα Αποκατάσταση της Δημοκρατίας στα Νότια και Δυτικά Βαλκάνια και αν η απάντηση είναι θετική παρακαλούμε να μας γνωρίσετε αν οι παρακάτω είναι μέλη της ανωτέρω (ή και κάποιας άλλης) ΜΚΟ ».

Οι «παρακάτω» για τους οποίους κάνει λόγο το έγγραφο του ΣΔΟΕ είναι:
1. Ανδρέας Παπαμίκος του Ιωάννη
2. Ηλίας Κουσκουβέλης του Ιωάννη
3. Νίκος Βασιλειάδης του Αναστασίου

Στο έγγραφο του ΣΔΟΕ δίπλα στα ονόματα των υπό διερεύνηση ατόμων υπάρχει και το ΑΦΜ. Με βάση αυτό το στοιχείο και προκύπτει ότι ο αναφερόμενος ως Ανδρέας Παπαμίκος είναι ο ΓΓ της Νέας Δημοκρατίας Ανδρέας Παπαμιμίκος.
Σύμφωνα με πληροφορίες του ημεροδρόμου ο ΣΔΟΕ με δεύτερο έγγραφό του (4 Ιουνίου 2014) ζήτησε από την ΥΔΑΣ/ΥΠΕΞ συγκεκριμένα στοιχεία για τα επτά αναπτυξιακά προγράμματα με τα οποία χρηματοδοτήθηκε η ΜΚΟ «Δίκτυο για τη Δημοκρατία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη ΔΙ.ΔΗ.ΝΕ». Η εν λόγω ΜΚΟ κατά την περίοδο 2001-2010- έλαβε συνολικά από την ΥΔΑΣ 2,492,728.17 ευρώ. Συγκεκριμένα:
-176.082,17 ευρώ το 2001
-225.000 ευρώ το 2003
-360.000 ευρώ το 2004
-350.000 ευρώ το 2005
-88.280 ευρώ το 2006
-839.616 ευρώ το 2007
-165.000 ευρώ το 2008
-144.750 ευρώ το 2009
-144.750 ευρώ το 2010
-144.000 ευρώ το 2011
Σύνολο: 2,492,728.17

Όπως διαβεβαιώνουν τον ημεροδρόμο στελέχη του ΥΠΕΞ τα προγράμματα, για το οποία η εν λόγω ΜΚΟ έλαβε κοντά στα 2,5 εκατομμύρια από την ΥΔΑΣ, ουδέποτε υλοποιήθηκαν.

Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Δεν μας μεταχειρίζονται σαν ανθρώπους ( Η "κορινθος" των μεταναστών μέσω Al Jazeera)







Πηγή : Al Jazeera

Corinth, Greece - Azher Abbas’ capture reads like a grim version of a classic fairy tale. "There was a knock at the door, and a voice outside said, ‘I am a boss, I have work; come out and work.’"

It was the pre-dawn hour, when farmers in provincial towns in southern Greece drive around recruiting day labourers like Abbas. He opened the door of the flat he shared with two other undocumented Pakistani migrants.

"Policemen burst in and started turning the place upside-down. They asked us for our papers. They took us away."

Abbas had spent 15 months as a farm hand, picking oranges and olives or tilling land, from dawn til dusk, for up to 25 euros ($34) a day. Once a month, he sent about 150 euros ($204) home to support his parents and three siblings.
They beat us so badly, a lot of people simply went out of their minds with fear.
- Azher Abbas, a Pakistani migrant
It was paradise compared to what followed: 15 months at Corinth detention centre - one of Greece's largest immigrant detention centres, around an hour drive south of Athens. An estimated 6,000 are held in such camps, and thousands more at police stations.

"We were never treated as people," said Abbas. One day, he and other inmates complained about the chickpea stew. "A bunch of policemen came and spat in the food and held batons over us and said ‘eat it now'."

When a man in Abbas’ dormitory of 80 people caught scabies, a highly infectious skin disease, the men demanded he go to hospital. The response was swift. "They beat us so badly, that a lot of people simply went out of their minds with fear," he said. "No one complained again, because we realised that if any of us got sick or died we just couldn’t tell anyone. We had no rights."

Grave illness became Abbas’ ticket out as appalling hygiene conditions contributed to his contracting Hepatitis C. The Greek chapter of Doctors of the World, an international non-profit organisation, diagnosed him and asked for his release. "You aren’t ready to die yet," a policeman told him. "You still have some months to go. When you’re close to death we’ll let you out. You won’t die in here."

No journalists allowed
Abbas was released in April. The Orthodox Church’s Athens diocese, which runs a charity clinic for the uninsured, provided him with the expensive medicine he needs to combat the disease; but his recovery is shaky.

Journalists are not allowed inside detention centres, but Doctors Without Borders photographed raw sewage seeping through the floors of the Komotini centre in northern Greece. Inmates are confined indoors 22 hours a day, the aid group told Al Jazeera, reporting that some have tried to kill themselves.

Such conditions were at least limited to periods of up to 18 months. But now, Greece may be violating European law by extending detention indefinitely, relabeling it as a "restraint". Based on an opinion from the State Legal Council, an advisory body, the policy has already kept at least 300 people behind bars for longer than 18 months.

A Greek court struck this decision down last month, ruling that such measures were "effectively tantamount" to the extension of detentions, a practice that "does not have any basis in law".

The European Council on Refugees and Exiles, a grouping of 82 NGOs, agrees. The EU’s Returns Directive, which Greece has signed, states that "no case authorises the maximum period defined in that provision to be exceeded".
Greek detention centres under scrutiny
Greek police told Al Jazeera that detention beyond 18 months isn’t implemented in all cases. "If an immigrant refuses to co-operate with his deportation order, is a flight risk, isn’t recognised by his country’s consulate, and has no legal residence or the means to support himself, the competent authorities may … compel him to remain in his detention facility until he agrees to co-operate with his deportation order."
But the European Directive's ruling applies even where ‘‘the person concerned... is not in possession of valid documents, his conduct is aggressive, and he has no means of supporting himself and no accommodation or means supplied by the member state for that purpose."
Police say they have deported 65,573 irregular migrants in 2011-13, and estimate that the number will exceed 100,000 by the end of this year. But not everyone agrees that they’re doing a good job.
Extended detentions
"The fact that Greek authorities weren’t able to [effect deportations] within the already generous 18-month period is a failure of this policy of pre-deportation detention," said Alexandros Konstantinou, a lawyer with the Greek Council for Refugees, a non-governmental organisation offering migrants legal aid.
"Even nationalities who may not be deported because of the situation in their country, such as Somalis, Eritreans and Syrians, continue to be kept in detention," he added. "This is a strong indication that detention is not being used to facilitate deportation but has other aims, such as the discouragement of further migration."

Last year, under sustained pressure from the United Nations High Commissioner for Refugees (UNHCR), Greece established a dedicated Asylum Service. In its first year it processed 8,945 applications and approved 1,206 - about the same number as in the previous seven years combined. Almost all those asylum approvals went to Palestinians, Syrians, Eritreans, Sudanese, and Somalis, whose societies are in political turmoil.

To ensure that new arrivals could contact asylum authorities, Greece also established a string of First Reception Centres along the border, where migrants receive medical checkups and legal advice.
We are dealing with a problem that is not Greek, it is a European problem and that is why we are constantly asking for the support and solidarity of other EU countries.
- Panayotis Nikas , the First Reception Centres director
But while the Greek processing system might be developing, attention is still focused on the European policy vacuum. "We are dealing with a problem that is not Greek, it is a European problem," said Panayotis Nikas, the First Reception Centres director. "That is why we are constantly asking for the support of other EU countries."

Some of that support is necessarily financial. The First Reception service’s current budget is $6.6m for 2014, but it has applied for a further $30.8m in European funds, without which it says it cannot maintain facilities or build new ones.

Greece’s maritime border with Turkey is the gateway for nine-tenths of irregular migration into Europe - and policing it cost $86m last year, of which the EU contributed just $3.9m.

What worries the Hellenic Coastguard is that the number of incoming migrants has doubled this year to about 1500 a month.

There are hidden costs, too. A research paper for the Database on Irregular Migration estimated the number of irregular migrants living in Greece at 3.5 percent of the population by the end of 2011. The equivalent figure for the EU was just 0.7 percent.

Greece overburdened?
Even if the EU contributes more, money alone will not solve the problem, said Efi Latsoudi, a member of a volunteer group which helps to clothe and feed migrants, on the Greek island of Lesbos. "It’s not only the [migrant] traffickers who are criminals, it’s also this European policy which is criminal," she says. "When you know that people in need are escaping their country and they are forced to get into these boats to try and save their life and the lives of their children and you let them, then we are also criminals."

"We have gone beyond the point of talking about just financial support," Nikas says. "We need to talk about issues such as relocation and a more comprehensive response from the European Union."

The European Union’s asylum rules, referred to as Dublin II, only allow people to apply in the country of arrival - which burdens Greece disproportionately. "Ιt is obvious that we need to rethink Dublin ΙΙ with our European partners," says Greece’s new citizens’ protection minister, Vasilis Kikilias.

The European Economic and Social Committee, an advisory body to the European Commission, agrees. "We have proposed places in safe third countries like Lebanon, Turkey, Algeria, Tunisia, where these asylum seekers could ask for the political status of refugees in Europe," says Henri Malosse, its president. "We could open a legal way for them to come to Europe, rather than for them to be in the hands of a mafia and to die in the sea."

But the timing is off. Anti-immigration parties won their largest-ever bloc of seats in European Parliament elections last May. "It is a real scandal that we had to wait so long for one vision on immigration," says Malosse. Europe may end up waiting longer, while more migrants suffer on the high seas.
1575
Source:
Al Jazeera 

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

Η Ιλαροτραγωδία του Ασφαλιστικού ως Porno Freak Show

Σε Ταμείο που "δεν βγαίνει"  οι Συνταξιούχοι πετυχαίνουν αύξηση 70 % για το  βοήθημα σε Δικαστήριο ( *) 

Οι εργαζόμενοι ( λέγε με τα κορόιδα που πληρώνουν για να μην πάρουν σύνταξη) διαλύουν το ταμείο και προσπαθούν να ανακτήσουν τους πόρους

(*) Δικαστήριο ονομάζεται ο χώρος όπου οι Μητρόπουλοι (*) πάνε και παίρνουν  την υπογραφή αφού έχουν ήδη μοιράσει τα λεφτά με τον Αυτιά στην τηλεόραση 
(*) Μητρόπουλοι είναι ο αριστεροί πατριώτες οι οποίοι επικαλέστηκαν τον νόμο Αλογοσκούφη για φορολογικές εκκρεμοτητες και όχι την όποια πατριωτική συνείδηση τους, την οποία απαιτούν από τους εφοπλιστές 
(*)Νομος Αλογοσκούφη είναι ο συνήθης νόμος με τον οποίο νομιμοι και παράνομοι (drug dealers, traffickers etc) αφού δηλώσουν τα λεφτά του εξωερικού απαλλάσσονται από αναδρομικούς ελέγχους

Πηγή : Εφημερίδα Συντακτών


Μία αγωγή που οδήγησε στην έκδοση ευνοϊκής για τους ενάγοντες δικαστικής απόφασης φέρνει το ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ ένα βήμα πριν από την αυτοδιάλυσή του. Είναι ουσιαστικά η κλωστή του πουλόβερ που αν… τραβηχτεί μπορεί να δράσει διαλυτικά στο ασφαλιστικό σύστημα, αφού είναι πρώτη φορά που οι ίδιοι οι ασφαλισμένοι ζητούν να αυτοδιαλυθεί το Ταμείο τους!

Με τη δικαστική απόφαση οι ενάγοντες συνταξιούχοι του Ταμείου που ασφαλίζει μέρος του προσωπικού που εργάζεται ή εργαζόταν στις ALPHA BANK, EUROBANK, ΕΘΝΙΚΗ, ΠΕΙΡΑΙΩΣ (MARFIN-EGNATIA) και ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ, πέτυχαν την αύξηση του βοηθήματος που λαμβάνουν σε ποσοστό 70%!

Δεν βγαίνει
Η απόφαση αυτή κινητοποίησε τους συλλόγους εργαζομένων που είδαν ότι πλέον με βάση αυτή την απόφαση το Ταμείο δεν βγαίνει…
«Μετά από σειρά κοινών πρωτοβουλιών όλων των συνδικαλιστικών οργανώσεων που εκπροσωπούν τα μέλη τους στο ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ, σε απόλυτη συνεργασία με το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου πετύχαμε τη βελτίωση των όρων επιβίωσής του με στόχο τη διασφάλιση της μακροχρόνιας αναλογιστικής ισορροπίας και την πλήρη κάλυψη όλων των ασφαλισμένων» αναγράφεται χαρακτηριστικά σε ανακοίνωση του συλλόγου προσωπικού ALPHA BANK.
Πράγματι, και σύμφωνα με τον διοικητή του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ Μ. Πετράκη, όπως έδειξε η αναλογιστική μελέτη του 2012, με στοιχεία του 2011, το Ταμείο θα έκλεινε σε 5 χρόνια. Με την αναλογιστική μελέτη που δόθηκε στη δημοσιότητα τον περασμένο Μάρτιο, τα χρόνια ζωής στο ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ έχουν αυξηθεί στα 20. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ είναι πλέον κλειστό για νέους ασφαλισμένους (απλώς όσοι είχαν ασφαλιστεί πληρώνουν εισφορές και περιμένουν να λάβουν το βοήθημα). Ετσι οι ασφαλισμένοι στο ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ καταβάλλουν (μαζί με τον εργοδότη τους) ποσοστό 7% επί της μισθοδοσίας τους προκειμένου να λάβουν την επικουρική σύνταξη, όταν και όποτε συνταξιοδοτηθούν.
Σύμφωνα δε με τα όσα είχαν αποφασιστεί για τα 2013 και το 2014, το ανώτατο ύψος της επικουρικής σύνταξης του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ ανερχόταν σε 390 ευρώ ενώ το κατώτατο ύψος είχε οριστεί στα 150 ευρώ (εξαρτάται από τα χρόνια προϋπηρεσίας και τις καταβαλλόμενες εισφορές). «Αυτή η προσπάθεια βελτίωσης των δεικτών αναλογιστικής ισορροπίας του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ, που θα ενδυνάμωνε την αυτόνομη πορεία του μέσα σε συνθήκες ασφαλιστικής δικαιοσύνης και ισότητας δικαιωμάτων, κατέρρευσε εξαιτίας μιας αλλοπρόσαλλης και ανερμάτιστης πολιτικής ομάδας παλαιών συνταξιούχων, που παρά την εικόνα διάλυσης που επικρατεί στο Ταμείο, πέτυχαν την έκδοση δικαστικής απόφασης που στην ουσία αυξάνει το βοήθημά τους σε ποσοστό 70%!» παρατηρεί ο Σύλλογος Προσωπικού ALPHA BANK.
Οντως, τα πράγματα ήταν δύσκολα για το ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ, αφού για το 2013 οι εισφορές ανήλθαν συνολικά σε 15,6 εκατ. ευρώ ενώ το Ταμείο κατέβαλε στο ίδιο χρονικό διάστημα (2013) συντάξεις συνολικού ύψους 25,8 εκατ. ευρώ. Πλέον και υπό τον όρο εφαρμογής της δικαστικής απόφασης το Ταμείο για το 2013 θα έχει πάλι εισφορές 15,6% όταν οι συνολικές συντάξεις που πρέπει να καταβάλει ανέρχονται σε 43,4 εκατ. ευρώ.
Δραματική εξέλιξη
Κάτω από αυτά τα δεδομένα και χαρακτηρίζοντας δραματική αυτή την εξέλιξη, οι σύλλογοι των εργαζομένων μελών του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ πήραν την υπόθεση στα χέρια τους και αποφάσισαν να προστατεύσουν τα μέλη τους και την περιουσία τους.
Ετσι προτείνουν ως μόνο δρόμο διασφάλισης των εισφορών των εργαζομένων και των νέων συνταξιούχων την αποχώρηση από το Ταμείο με άμεση απόδοση των χρημάτων που αναλογούν στα μέλη τους των ασφαλιστικών εισφορών εργαζόμενου και εργοδότη.

Μάλιστα προχωρώντας ένα βήμα πιο πέρα το Διοικητικό Συμβούλιο του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ εξετάζοντας τις θέσεις των συλλόγων προχώρησε με απόφασή του στην άμεση διερεύνηση διάλυσης του Ταμείου και ρευστοποίησης της περιουσίας του.

Με τη δικαστική απόφαση οι ενάγοντες συνταξιούχοι του Ταμείου που ασφαλίζει μέρος του προσωπικού που εργάζεται ή εργαζόταν στις ALPHA BANK, EUROBANK, ΕΘΝΙΚΗ, ΠΕΙΡΑΙΩΣ (MARFIN-EGNATIA) και ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ, πέτυχαν την αύξηση του βοηθήματος που λαμβάνουν σε ποσοστό 70

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

Κυνισμός και ορισμοί του Καπιταλισμού ,του "Συστήματος" :Μια συζήτηση


Μια παραγωγική συζήτηση έγινε στο  http://bestimmung.blogspot.gr/

Με βάση το κείμενο του S.Zizek συζητήσαμε με τον "Ονειρμό" ζητήματα σχετικά με τον κυνισμό και τις έννοιες του Καπιταλισμού και του "Συστήματος"



Σύνδεση εδώ

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014

Λ.Χατζάκος : Σουνίτες VS Σιίτες και όλο το παρασκήνιο του -ατελείωτου- πολέμου στο Ιράκ



Πηγή:Koolnews

Η επανάληψη της ιστορίας, στις περισσότερες περιπτώσεις εξελίσσεται ως φάρσα. Στην περίπτωση του Ιράκ, όμως, συνιστά μια υπέρ-χιλιετή τραγωδία.
Το Ιρακινό έδαφος υπήρξε θέατρο μαχών Σουνιτών και Σιϊτών από τις απαρχές της σύγκρουσης μεταξύ των οπαδών του imam Ali (εξάδελφος και γαμβρός του Προφήτη Μωάμεθ και ο πλέον ικανός πολεμιστής του στρατού των Πιστών, κατά την πρώτη επιχείρηση διάδοσης του Ισλάμ) και των στρατευμάτων του Moavia, του Ομεϊάδη χαλίφη της Δαμασκού, στην Kuf· καθώς επίσης και των συνεχιστών αυτής της αντιπαράθεσης, του διαδόχου του Moavia, του χαλίφη Yazid και των υιών του Ali, των imam Abas και imam Hussein, η μάχη αυτή έγινε στην Karbala. Για την πληροφόρηση των αναγνωστών να πούμε ότι το σχίσμα μεταξύ Σϊτών και Σουνιτών, επήλθε μετά την διαφοροποίηση η οποία προέκυψε σχετικά με την διαδοχή του Προφήτη και συνεπώς την ηγεσία του χαλιφάτου.
Γράφει ο Λυκούργος Χατζάκος
Η πλευρά του Ali υπεστήριζε ότι ο χαλίφης (khalifa=επόμενος, διάδοχος), θα πρέπει να είναι εξ αίματος συγγενής του Προφήτη, ενώ, η άλλη πλευρά θεωρούσε ότι ο διάδοχος ηγέτης έπρεπε να αποτελεί επιλογή της πλειοψηφίας των πιστών. Έτσι δημιουργήθηκαν, η Σιϊτική (Shi’a=οπαδός, εννοείται του Ali) και η Σουνιτική (Shuna=παράδοση), πτέρυγες του Ισλάμ. Σουνιτικός είναι ο μεγαλύτερος μουσουλμανικός πληθυσμός, όμως στο Ιράν και το Ιράκ (δίχως το Κουρδικό στοιχείο), οι Σιΐτες είναι συντριπτική πλειοψηφία.
Για την ιστορία, αλλά και προκειμένου να γίνει καλύτερα κατανοητή η αντιπαλότητα μεταξύ των δύο κυρίων ισλαμικών δογμάτων, πρέπει να αναφερθεί ότι οι νίκες των Moavia και Yazid δεν ήταν μία απλή υποθεση. Ο imam Ali ήταν εκτός από πολύ θρησκευόμενος και ικανότατος πολεμιστής.
Σύμφωνα με την παράδοση, στην μάχη της Κούφα οι στρατιώτες του Μωάβια έβαλαν στα δόρατα και τις ασπίδες τους στίχους του Κορανίου και ο Ali μη θέλοντας να προσβάλει αντικείμενα που έφεραν τον λόγο του Θεού, διέταξε να σταματήσει η μάχη και άρχισαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο αντιπάλων. Κάποια στιγμή και ενώ βρισκόταν στο τέμενος προκειμένου να προσευχηθεί, δολοφονήθηκε, ύπουλα, από στρατιώτες του Moavia.
Μεσολάβησε ένα διάστημα ειρήνευσης, με τον Μοάβια να προετοιμάζει εκστρατεία κατά των Βυζαντινών· η εκστρατεία όμως δεν ξεκίνησε καν, καθώς ο Βυζαντινός στόλος μετά από πληροφορίες, κατέπλευσε στα παράλια της Συρίας και κατέστρεψε τα πλοία που ετοίμαζε ο φιλόδοξος χαλίφης. Οι γιοί του Ali, παρακινημένοι από οπαδούς του πατέρα τους, μετά τον θάνατο του Moavia, εξεστράτευσαν εκ νέου με σκοπό την διεκδίκηση του χαλιφάτου. Συγκρούστηκαν με τις δυνάμεις του νέου χαλίφη της Δαμασκού, Yazid, ο οποίος και διέταξε τον μαρτυρικό θάνατο των δύο αντιπάλων ηγετών, Abas και Hussein.
Ο λόγος που και σήμερα οι Σιΐτες αυτομαστιγώνονται κατά την διάρκεια της Assura (περίοδος αφιερωμένη στην μνήμη των δύο ιμάμηδων), είναι ακριβώς ότι αναπαριστούν και θέλουν να βιώσουν τον πόνο των Hussein και Abas την στιγμή του θανάτου τους. Συνυπολογιζομένου του θυμικού τρόπου αντίδρασης του Αραβικού κόσμου, γίνεται κατανοητή η σφοδρότητα στην αντιπαράθεση μεταξύ των δύο πλευρών, ειδικά όταν τα πάθη, ενισχυόμενα και από σύγχρονες αιτίες, κυριαρχήσουν.
Τον ρόλο της Μοσούλης, τότε, είχαν οι πόλεις Najaf, Kuf και Karbala, οι οποίες ανήκουν στο Ιράκ και είναι οι Άγιοι Τόποι των Σιϊτών καθώς εκεί βρίσκονται τεμένη με τα ταφικά μνημεία των imam Ali, Abas και Hussein. Β΄. Σημερινές αναλογίες και το χρονικό μιας κρίσης Σε μία ιστορική αντισοιχία, επιβεβαρυμμένης από τις σύγχρονες παραμέτρους του γεωπολιτικού παιγνίου, ο Abu Bakr Al-Baghdadi, ηγέτης των μαχητών του ISIS, επιχειρεί να ανακαταλάβει για λογαριασμό των Σουνιτών, οι οποίοι επί Σιϊτικής Κυβέρνησης Maliki, βρέθηκαν απηνώς διωκόμενοι και εξωθούμενοι στο περιθώριο, αντιμέτωποι με μια πρωτοφανή πολιτική διακρίσεων και διωγμών.
Ευνοήτως, οι Σουνιτικοί πληθυσμοί του Anbar και της Samara (περιοχή της Μοσούλης), είδαν τις δυνάμεις του ISIS, ως απελευθερωτικό στρατό, τιμωρό των κυβερνητικών δυναστών τους. Η Συριακή κρίση, προσέφερε το κατάλληλο έδαφος, προκειμένου να αναπτυχθεί το κίνημα αυτό και λειτούργησε αποσταθεροποιητικά και για το Ιράκ των -ούτως ή άλλως- ευαίσθητων ισορροπιών· τούτο διότι, η επέμβαση των Δυτικών Δυνάμεων τον Απρίλιο του 2003, αν και απολύτως επιτυχής στο στρατιωτικό τομέα, οδηγήθηκε σε πλήρη και παταγώδη αποτυχία στον πολιτικό καθώς δεν είχε υπάρξει σοβαρός σχεδιασμός και προετοιμασία από πλευράς των κυρίως υπευθύνων, Rumsfeld-Chainy.
Το κενό εξουσίας που άφηνε πίσω του ο Sadam, επιχειρήθηκε να καλυφθεί από τον Ahmad Chelebi ο οποίος δεν έχαιρε εκτίμησης, όχι μόνον από τους Ιρακινούς αλλά και ολοκλήρου του Αραβικού κόσμου –η Ιορδανία απείλησε με κλείσιμο των Αμερικανικών βάσεων-, αφού ο Chelebi θεωρείτο τυχοδιώκτης και καιροσκόπος, με καταδίκες στην Ιορδανία για κερδοσκοπικά παιχνίδια εις βάρος του νομίσματος της χώρας (Ιορδανικό Δηνάριο).
Εμπρός σε αυτό το αδιέξοδο και δεδομένου ότι το προηγούμενο καθεστώς δεν επέτρεπε την ύπαρξη αντιπολιτευτικών σχημάτων από τα οποία θα ανεδεικνύοντο πολιτικές προσωπικότητες ικανές να αναπληρώσουν το κενό, επελέγη η πρακτική συνάθροιση θρησκευτικών ηγετών και ηγετίσκων, οι οποίοι και πρώτο μέλημα είχαν την εδραίωση της θέσης τους στην νέα πραγματικότητα.
Το Iraqi National Congress του 2003 ήταν κατά κύριο λόγο μια συγκέντρωση θεοκρατών με εξαίρεση τους Κούρδους του Βορείου Ιράκ, το Kομμουνιστικό Kόμμα Ιράκ και μια μικρή ομάδα κοσμικών Σιϊτών υπό τον Iyad Allawi.
Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινισθεί ότι οι κομμουνιστές του Ιράκ τάχθηκαν από την πρώτη ημέρα στο πλευρό των Δυτικών και συνέπραξαν στις εξελίξεις της επόμενης ημέρας, γιατί –όπως και κάθε Μουσουλμάνος ηγέτης-, ο Σαντάμ είχε εξαπολύσει διωγμό κατά των άθεων Κομμουνιστών, μιας και για το Ισλάμ ο κίνδυνος δεν είναι, πρωτίστως, οι αλλόθρησκοι λαοί της Αγίας Γραφής, αλλά οι εθνικοί (ειδωλολάτρες) και οι άθεοι.
Το τραγικότερο, όμως, ατόπημα το οποίο έμελλε να θέσει την βάση για την πλήρη εκτροπή των πραγμάτων στο Ιράκ κατά την μετέπειτα περίοδο 2005-2007, διεπράχθη από τον πρώτο επικεφαλής της CPA (Coalition Provisional Authorities-Προσωρινές Αρχές Συνασπισμού), πρέσβυ Paul Bremer, ο οποίος με μία άνευ λογικής αιτιολογίας απόφασή του διέλυσε περί τα τέλη Μαΐου – αρχές Ιουνίου του 2003 τον Ιρακινό στρατό και απέταξε όλα τα στελέχη του, σε όλη την κλίμακα της ιεραρχίας (αξιωματικούς, υπαξιωματικούς κ.λπ.).
Δεδομένου ότι η Αστυνομία και η κρατική ασφάλεια (Muhabarat) είχαν ήδη διαλυθεί, προ της εισόδου της πολυεθνικής δυνάμεως στην Ιρακινή Πρωτεύουσα, εξ αιτίας του φόβου των στελεχών τους για αντίποινα, η πλήρης διάλυση του στρατού ως της μόνης συντεταγμένης δυνάμεως ασφαλείας, σε συνδυασμό με την αμερικανική «αμηχανία», επέτρεψε την είσοδο πυρήνων της Al-Qaeda –ο Σαντάμ λόγω των δογματικών και άλλων διαφορών με την Ουαχαμπιτική τρομοκρατική οργάνωση, επιχειρούσε κατασταλτικά εναντίον της.
Μία ακόμη συνέπεια αυτής της αδικαιολόγητης ανοησίας, ήταν και η δημιουργία ενόπλων ομάδων αντίστασης οι οποίες συγκροτήθηκαν από τα διωχθέντα επαγγελματικά στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και φυσικά την απόκτηση βαρέως οπλισμού και υλικών από τις στρατιωτικές αποθήκες. Συνυπολογιζομένης της υπό τέτοιες συνθήκες χάους, ανάπτυξης του κοινού εγκλήματος, αντιλαμβάνεται κανείς σε ποια περίοδο εισήρχετο ο Ιρακινός λαός.
Παρά ταύτα, η ανάδειξη του Iyad Allawi, κοσμικού Σιΐτη πολιτικού με κύρος και αποδοχή από όλες τις εθνοτικές και θρησκευτικές ομάδες -Κούρδων, Σιϊτών, Σουνιτών κ.λπ.-, άφησε μια ακτίνα φωτός ελπίδας για την μετάβαση, έστω και μέσω δύσβατου στενωπού, σε μία πιο ομαλή και ειρηνική επόμενη ημέρα.
Ατυχώς, οι τρομοκρατικοί θύλακες της Al-Qaeda και των ακολούθων της, κάποιοι πυρήνες φανατικών Μπααθιστών και Σουνιτών, επέτυχαν να δημιουργήσουν χαοτικές συνθήκες με τις συνεχείς επιθέσεις κατά Σιϊτών οι οποίοι αποτελούσαν, πλέον, την νέα τάξη εξουσίας. Η αβελτηρία του Bremer, η Ιρανική εμπλοκή -η οποία είχε ήδη να γίνεται εμφανής υπό το πρόσχημα του ομοδόξου θρησκεύματος- και ο καιροσκοπισμός Ιρακινών πολιτικών, επέφερε την πτώση της Κυβερνήσεως Alawi και την ανάρρηση του Al-Jaffery στην Πρωθυπουργία του Ιράκ.
Ο τελευταίος, πολιτικά ανεπαρκής και φανατικός, υπό πλήρη Ιρανική επιρροή Σιϊτης, είναι εκείνος που νομιμοποίησε τον εξοπλισμό των Σιϊτικών πολιτοφυλακών (στρατό Mehdi του Moqtada Al-Sadr και στρατού Bedr του Al-Hakim) και πλέον η εμφύλια διεθνοτική-διαθρησκευτική σύγκρουση, επισήμως ακήρυκτη, έγινε πραγματικό γεγονός. Ήταν η περίοδος «όλοι, εναντίον όλων».
Η ανάληψη της αρχηγίας της πολυεθνικής δυνάμεως στο Ιράκ από τον Στρατηγό Petraus, ήταν η αιτία που τα πράγματα στο Ιράκ άρχισαν να οδηγούνται προς διευθέτηση. Εκτός από την ανάληψη δράσης των μαχίμων τμημάτων των Αμερικανικών και εν γένει συμμαχικών, δυνάμεων με την επιχείρηση «πλημυρίδα» (Surge), σημαντική παράμετρος υπήρξε η άσκηση πίεσης στον Ιρακινό Πρωθυπουργό και την κυβέρνησή του, προκειμένου να επανενταχθεί η Σουνιτική πλευρά στην Κυβέρνηση και να συμπράξει στην προσπάθεια ειρήνευσης της χώρας και στην μάχη κατά των τρομοκρατών.
Ενδεικτικό της βαρύτητος που απέδιδε η Αμερικανική πλευρά στην επιτυχία αυτού του εγχειρήματος, είναι το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Bush to 2008, έφθασε με το Air Force One στο Ιράκ και συνάντησε προσωπικά τους Σουνίτες ηγέτες των φυλών του Anbar και των γύρω περιοχών.
Παράλληλα, επετεύχθη η απομόνωση και ήττα του Sadr και της πολιτοφυλακής του, ένα τμήμα της οποίας επεδίδετο στο πλιάτσικο και την τρομοκράτηση του πληθυσμού και σε ένα άλλο, σημαντικού μεγέθους, οι Ιρανικές, μυστικές υπηρεσίες είχαν επιτύχει να διεισδύσουν και να αναλάβουν τον έλεγχο της. Την περίοδο από τα μέσα του 2004, μέχρι το 2007, οι δολοφονίες αντιπάλων, απαγωγών, ληστειών κ.λπ., ήταν καθημερινή ρουτίνα.
Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι πολλοί πιλότοι της Ιρακινής αεροπορίας κατά τον Ιρακινοϊρανικό πόλεμο δολοφονήθηκαν αυτή ακριβώς την περίοδο. Κοινό έγκλημα και τρομοκρατία δημιουργούσαν μία εφιαλτική καθημερινότητα, η οποία σε συνδυασμό με την κυβερνητική αδράνεια στην ανασυγκρότηση της χώρας και την αποκατάσταση των υποδομών, η πλήρης παράλυση των δημοσίων υπηρεσιών και της παραγωγικής διαδικασίας, έστρεφε την Ιρακινή κοινωνία προς ακραίες επιλογές. Σε μία χώρα με 50 βαθμούς θερμοκρασία οι ελλείψεις π.χ., ηλεκτρικού και δικτύου ύδρευσης, γίνονται εφιάλτης στην καθημερινότητα.
Το 2008-2009, η κατάσταση στο Ιράκ, έβαινε προς εξομάλυνση και μεμονωμένες –μερικές αρκετά εντυπωσιακές επιθέσεις όπως π.χ., εκείνη εναντίον του Ιρακινού ΥΠΕΞ με εκατόμβη νεκρών και τραυματιών-, δεν απέτρεπαν την θετική πορεία των πραγμάτων. Όμως, η εκλογή στην Προεδρία των ΗΠΑ του Baraq Obama, έδωσε την ευκαιρία στον Maliki να θέσει έντονα το αίτημα ταχύτερης αποχώρησης των μαχίμων Αμερικανικών δυνάμεων, παρά το χρονοδιάγραμμα της SOFA (Status of Forces Agreement). Προφανώς το αίτημα διετυπώθη από τον Ιρακινό Πρωθυπουργό, αλλά υπαγόρευε η Ιρανική καθοδήγηση.
Η εμπλοκή της Τεχεράνης στα Ιρακινά πράγματα ήταν ήδη μεγάλη και το Ιράκ αποτελούσε σημαντικό παράγοντα στην υλοποίηση του σχεδιασμού του Σιϊτικού κέντρου στο παιχνίδι επιρροής και περιφερειακού ανταγωνισμού, αφού είναι όμορο με την Συρία των Asad και την Σουνιτική και δυτικόφιλη Ιορδανία. Παράλληλα, είναι γέφυρα με τον Λίβανο στον οποίο η Hizbollah του Nasrallah, διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο. Σε όλη την περίοδο, πρέπει να επισημανθεί η τακτική της Κουρδικής συνιστώσας.
Οι Κούρδοι ηγέτες Masud Barzani του PDK και Jalal Talebani του PUK, παρά το γεγονός ότι μέχρι την επέμβαση των ξένων στρατευμάτων στο Ιράκ ευρίσκοντο σε εμπόλεμη διαμάχη, με τον Barzani να ελέγχει την περιοχή του Arbil και τον Talebani την περιοχή της Suleimanija, προ των κοινών ωφελειών που θα προέκυπταν μετά την πτώση του καθεστώτος Sadam να συνεννοηθούν και να μοιράσουν μετά την εξουσία· ο Barzani κράτησε για το κόμμα του το Αυτόνομο Κουρδιστάν του Βορείου Ιράκ και τον Talebani να αναλαμβάνει την Προεδρία του Ιράκ στην Βαγδάτη, με συμφωνία εναλλαγής στην εξουσία.
Το μεγαλύτερο διεκδικούμενο τμήμα, ήταν το Kirkuk, το οποίο διαθέτει μεγάλα και άριστης ποιότητας, κοιτάσματα υδρογονανθράκων και στο οποίο διαβιούν τρείς, περίπου ισοδύναμες πληθυσμιακά, κοινότητες: Αραβική Κουρδική και Τουρκμενική. Η σημερνή κρίση, με τους μαχητές του ISIS ante portas της Βαγδάτης, έδωσε την ευκαιρία στους Κούρδους Peshmerga να καταλάβουν την Περιφέρεια Kirkuk, με πρόσχημα την προστασία του πληθυσμού, δίνοντας έτσι de facto λύση στην εκκρεμότητα του δημοψηφίσματος για την ένταξη της διεκδικούμενης από Βαγδάτη και Arbyl περιοχής.
Ποια θα είναι η κατάληξη δεν μπορεί να προβλέψει κανείς. Το ηθικό των Ιρακινών δυνάμεων βρίσκεται στο ναδίρ και η ευθύνη για αυτό ανήκει αποκλειστικά στον Ιρακινό Πρωθυπουργό. ενδεικτικό ότι ο Maliki, ακόμη και προ του κινδύνου καταλήψεως της Ιρακινής Πρωτεύουσας από τους φανατικούς ισλαμιστές του ISIS, αρνείται να παρακάμψει τον εγωισμό και την ιδιοτέλειά του και να συμπράξει στον σχηματισμό κυβερνήσεως εθνικής σωτηρίας. Η απραξία από δυτικής πλευράς, δεν αποτελεί σώφρονα τακτική, καθώς κανέναν στον πλανήτη δεν ωφελεί η δημιουργία ενός ισλαμικού κράτους αντίστοιχου του Ιράν ή των Taliban.

Είναι εφιαλτική και μόνη η σκέψη ότι κάτω από την ιερή μανία των φανατικών ισλαμιστών θα ανατινάζονται μνημεία όπως αυτά της Βαβυλώνας (σημερινή Hila), κατά αναλογία της πρακτικής των Taliban έναντι των μνημείων του Βούδα στα βουνά του Αφγανιστάν. Επίσης, πραγματική λύση δεν αποτελεί η εγκατάλειψη κάθε δραστικής πρωτοβουλίας, από πλευράς του Δυτικού κόσμου, στα χέρια του θεοκρατικού καθεστώτος της Τεχεράνης.

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

Biemel Walter: Αποσπάσματα για την "τεχνική" του Heidegger


Πηγή: bestimmung.blogspot -Ταξικές Μηχανές.

Προκαταρκτικές σημειώσεις: 

α) To κείμενο του Heidegger για την ουσία της τεχνολογίας, μεταφρασμένο στα αγγλικά. http://simondon.ocular-witness.com/wp-content/uploads/2008/05/question_concerning_technology.pdf

β) Όσον αφορά την έννοια του Heidegger ''Ge-stell'' που μεταφράζεται στα αγγλικά ως Enframing, στο κείμενο που μεταφέρουμε του Biemel, μαθητή και μελετητή του Heidegger, μεταφράζεται στα ελληνικά ως Σύ-στημα, όρος πιστότατος προς τις προθέσεις του ίδιου του Heidegger. Θα μπορούσε να μεταφραστεί και ως πλαισίωση ή ''καδράρισμα''. Θα μπορούσαμε ίσως να μιλήσουμε για ''συστηματοποίηση''Πέρα από το συγκεκριμένο όρο, νομίζω πως στην ελληνική απόδοση του κειμένου του Biemel υπάρχουν κάποια μεταφραστικά ζητήματα ανοιχτά. Ο Δ.Τζωρτζόπουλος έχει μεταφράσει το κείμενο του Heidegger για την Τεχνική στη συλλογική Περί Πολιτικής, Περί Αλήθειας, περί Τεχνικής

Το κείμενο αυτό σκοπεύουμε να το χρησιμοποιήσουμε ως "πρόκριμα'' για επόμενες αναρτήσεις που θα αφορούν το σύγχρονο καπιταλισμό. 


σελ 133 [...] Από τις τέσσερις διαλέξεις "To Πράγμα'', ''το Σύ-στημα'', ο ''Κίνδυνος'', η ''Στροφή'', ας συζητήσουμε εδώ την δεύτερη. Το κείμενό της το επεξεργάστηκε εκ νέου ο Heidegger και αποτέλεσε την ανακοίνωσή του στην ημερίδα της Βαυαρικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών ''Οι τέχνες στον αιώνα της τεχνικής''. Ο Heidegger παρουσίασε την ανακοίνωσή του που τώρα έφερε τον τίτλο ''Το ερώτημα για την τεχνική''*, στις 18 Νοεμβρίου 1955.
  Ευθύς εξ αρχής προσδιορίζεται το θέμα με ακρίβεια: πρόκειται για την ουσία της τεχνικής ''...η ουσία της τεχνικής δεν είναι κάτι καθόλου τεχνικό'' (σ.13), όπως η ουσία του δέντρου ''δεν είναι η ίδια ένα δέντρο που μπορούμε να συναντήσουμε ανάμεσα στα άλλα'' (σ.13).
 Ο Heidegger εκκινεί από την χρηστική αντίληψη της τεχνικής που την εννοεί σαν εργαλείο. Στην πορεία της ανάλυσης η τρέχουσα αυτή αντίληψη ανασκευάζεται ριζικά.
  Βρισκόμαστε στην αξιοπρόσεκτη κατάσταση όπου ένα μέσο που υπηρετεί την κυριαρχία να πρέπει το ίδιο να υποταγεί σε μία κυριαρχία καθώς ''απειλεί να διαφύγει από την εξουσία του ανθρώπου'' (σ.15).
  O Heidegger παραδέχεται μεν ότι αυτή η εργαλειακή παράσταση για την τεχνική είναι ''τρομερά ορθή'' (σ.14), συγχρόνως όμως διαχωρίζει το ορθό από το αληθινό και κάνει έτσι έναν υπαινιγμό για την πορεία της παράδοσης, που από την παράσταση του ορθού υποτίθεται ότι προχωρεί στην σύλληψη του αληθινού.
   Για να μπορούμε να διανύσουμε αυτόν τον δρόμο από το ορθό στο αληθινό πρέπει να είναι σαφές το τί εννοούμε εργαλειακό. Είναι ένα μέσο. Ένα μέσο γίνεται μέσο δυνάμει της επενέργειάς του, βάσει του τί μπορούμε να κάνουμε μ'αυτό. Οδηγούμαστε έτσι στο ερώτημα της αιτιότητας. Η παράδοση γνωρίζει τα τέσσερα αίτια: causa materialis (ύλη), causa formalis (μορφή), causa efficiens (κινούν αίτιο) και causa finalis (τελικό αίτιο). Αναφέρεται εδώ στον Αριστοτέλη. Ο Heidegger υπενθυμίζει ότι στους Έλληνες η αιτιότητα δεν έχει τίποτε να κάνει με ενέργεια και επενέργεια, ότι αιτίασημαίνει ενοχή. Τα τέσσερα αίτια είναι τέσσερις τρόποι ενοχής, του ενέχεσθαι. Στο παράδειγμα της φιάλης το ασήμι ωςύλη ενέχεται σ'αυτήν όπως ενέχεται η εμφάνιση-το είδος. Η φιάλη ανήκει στον ναό, την λατρεία, αυτό είναι το όριο που την περιβάλλει, το τέλος της. Και ο αργυροχόος ενέχεται στην δημιουργία του σκεύους όχι όμως απλά ως κατασκευαστής και τεχνίτης.

  ...Ο αργυροχόος συνενέχεται ως το στοιχείο, βάσει του οποίου η παρουσίαση και η ησυχία της φιάλης λαμβάνουν και διατηρούν την πρωταρχή τους. Οι τρεις τρόποι της ενοχής, που ονομάστηκαν προηγούμενως, οφείλουν στην πρόνοια του αργυροχόου το γεγονός και τον τρόπο εμφάνισής τους καθώς και την συμμετοχή τους στην παραγωγή της φιάλης (σ.17).

  Έτσι η causa efficiens, η πλέον προφανής για μας αιτία, δεν υπάρχει καθόλου στον Αριστοτέλη.
  Σε τί συνίσταται εδώ η ενοχή; Στην υπόσταση και στην κατάσταση της ασημένιας φιάλης ως θυσιαστικού σκεύους (σ.18). Μέσω αυτής της ενοχής εμφανίζεται, παρουσιάζεται η φιάλη. Με άλλη διατύπωση: η ενοχή παρέχει την αφορμή ώστε κάτι που δεν είναι ακόμη παρόν να κατακτήσει την παρουσία (σ.18). Η αφορμή αυτή, υπό την έννοια της παραγωγής, ονομάζεται στους Έλληνες ποίησις.
   Η ποίησις όμως ουδόλως είναι περιορισμένη στην ανθρώπινη δράση. Και η φύσις (φυσικό βασίλειο) είναι ποίησις. Η φύση οδηγεί σταθερά αφ'εαυτής κάτι στην παρουσία, κάνει τα όντα παρόντα. (Αρκεί να σκεφθούμε τα φαινόμενα της ανάπτυξης και της ωρίμανσης). Υπάρχει, όμως, μια διαφορά ανάμεσα στην ανθρώπινη και τη φυσική παραγωγή. Η φυσική παραγωγή δεν χρειάζεται τίποτε άλλο για να παρ-ουσιάσει κάτι-η φιάλη αντίθετα χρειάζεται τον αργυροχόο για την υπόστασή της. Η φύση είναι καθ'αυτήν και αφ'εαυτής παραγωγή.
  Ποιό είναι το θέμα στην παραγωγή; Τί συντελείται εδώ; ''Η παρ-αγωγή άγει από την κρυπτότητα τη μη κρυπτότητα. Παρ-αγωγή συντελείται μόνο εφ'όσον εκκαλύπτεται το συγκαλυμμένο'' (σ.19). Βρισκόμαστε όμως έτσι ήδη στην περιοχή της α-ληθείας. Ό,τι αρχικά έμοιαζε ξένο, ασύμβατο μάλιστα-να συναρτηθεί η τεχνική με την αλήθεια-εμφανίζεται τώρα ως αδιαχώριστο. Αν συλλαμβάνουμε την α-λήθεια ως αποκάλυψη που οδηγεί στην μη κρυπτότητα, υπό την έννοια της δυνατότητας της εμφάνισης, της κατάκτησης της παρουσίας, τότε όντως αυτό που παράγεται σε κάθε παραγωγή είναι το παρ-όν, η παρουσία. Είτε πρόκειται για την κατασκευή ενός νέου σκεύους, την ανέγερση ενός τείχους, την διακόσμηση μιας οικίας, την καλλιέργεια ενός νέου τύπου φυτού ή την δημιουργία ενός έργου τέχνης. Είναι ο περιεκτικώτερος ορισμός, όχι υπό την έννοια της απλής γενικότητας αλλά της σύλληψης του ιδιώματος των όσων συντελούνται εδώ.
  Ποιά θέση όμως έχει εδώ η τεχνολογία; Μπορεί αναμφίβολα να εκληφθεί και ως ένας τρόπος παραγωγής-το ποιός, πρέπει να εξεταστεί. Αν το παραδεχόμαστε αυτό, τότε ανήκει και η τεχνική στο πεδίο της α-λήθειας, της μη κρυπτότητας (αλήθεια). Όσο παράδοξο κι αν μας φαίνεται αυτό, επειδή σκεπτόμενοι την τεχνική αποβλέπουμε στην ωφελιμότητα, στα μέσα και τους τρόπους παραγωγής, τις ιδιαίτερες μεθόδους, την αποδοτικότητα, τις απολαυές, ίσως και το κλίμα παραγωγής, επειδή δηλαδή μας καταπλήσσει τόσο η τεχνική πραγματικότητα ώστε δεν φθάνουμε να ρωτήσουμε τί πράγματι συντελείται εκεί, τί, επομένως, προσιδιάζει στην ουσία της τεχνικής.
  Στην ελληνική σκέψη, απ'όπου μάλιστα προέρχεται η έννοια της τέχνης, τέχνη και επιστήμη είναι συνάλληλες. Και οι δύο είναι τρόποι της γνώσης, της αυτο-συνειδησίας. Για το ότι ο Heidegger δεν συναρτά αυθαίρετα τέχνη και επιστήμη έχουμε μία ρητή μαρτυρία στα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη (Βιβλίο IV, κεφ. 3 και 4). Εδώ αναφέρονται σαφώς η τέχνη και η επιστήμη ως τρόποι της αποκάλυψης, του αληθεύειν. Το κείμενο αυτό, το αναφέραμε ήδη, το ανακάλυψε νωρίς ο Heidegger και του παρότρυνε πολύ την σκέψη. Κατά κάποιο τρόπο ανήκει στα κείμενα που είναι στον πυρήνα της δικής του σκέψης. Ο Αριστοτέλης βλέπει εδώ την τέχνη ήδη από τη συγκεκριμένη άποψη του ότι εδώ πρόκειται για την αποκάλυψη ή την φανέρωση αυτού ''που δεν παρ-άγεται ούτε υφ-ίσταται το ίδιο, αυτού που επομένως μπορεί να εμφανίζεται και να αποβαίνει πότε έτσι, πότε αλλιώς'' (σ.21). Το κρίσιμο στοιχείο εδώ δεν είναι η κατασκευή, ο χειρισμός, η αναστροφή, η πρόβλεψη του προς επίτευξη, για παράδειγμα του σπιτιού, του πλοίου, του εξοπλισμού κ.ο.κ, η προκαταβολική δηλαδή θέαση του είδους που πρόκειται να προκύψει. Σ'αυτήν την προκαταβολική θέαση συντελείται η αποκάλυψη που αποτελεί έπειτα το υπόβαθρο για οτιδήποτε περαιτέρω-από τον χειρισμό του υλικού και τις μεθόδους εργασίας έως την χρήση της παραγωγής. Αυτοί οι όροι αντλήθηκαν από την συνείδηση των Νέων Χρόνων, για να διασαφήσουν απλώς ότι όλα αυτά υπηρετούν την πρόβλεψη του προορισμένου να παραχθεί είδους. Είναι αδιάφορο εδώ αν το προορισμένο να παραχθεί είναι ήδη γνωστό (π.χ ένα πλοίο) ή κάτι το κατ'αυτόν τον τρόπο νέο (ένα έργο τέχνης).
  Ο Heidegger αποδέχεται μία πιθανή ένσταση ότι αυτός ο τρόπος προσδιορισμού της τέχνης μπορεί βεβαίως να εφαρμοσθεί ως προς την αρχαιοελληνική εκδοχή της, όχι όμως στην μηχανική τεχνική σε συνάρτηση με τη φυσική επιστήμη των Νέων Χρόνων. Δύο ερωτήματα τίθενται: 1. Ισχύει και για την τεχνολογία των Νέων Χρόνων η συνάρτηση α-λήθειας (μη κρυπτότητας) και τέχνης; και 2. Ποιά είναι η ιδιαίτερη ουσία της τεχνολογίας των Νέων Χρόνων;
  Ο Heidegger απαντά καταφατικά στο πρώτο ερώτημα. Και η τεχνολογία των Νέων Χρόνων πρέπει να αντιμετωπισθεί στην συνάφεια κρυπτότητας και εκκάλυψης και, για να μπορέσει να γίνει αυτό σωστά, πρέπει να αναλυθεί το δεύτερο ερώτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο του δοκιμίου για την τεχνολογία. Με ποιό λοιπόν τρόπο συντελείται στην τεχνική των Νέων Χρόνων μία εκκάλυψη; Με άλλη διατύπωση: Πώς εμφανίζεται στην συναναστροφή με την τεχνική το ον; Και τούτο υποδηλώνει αμέσως το ακόλουθο ερώτημα: Ποιά η στάση του μέσω της τεχνικής προσδιορισμένου ανθρώπου προς ό,τι δεδομένο, ποιά η σχέση του μ'αυτό;
  Η απάντηση μοιάζει αρχικά εύκολη. Στην τεχνική στάση το κάθε τι παρουσιάζεται απλά σε σχέση με την διαθεσιμότητα και ελεγξιμότητά του-το παν γίνεται διακείμενο. Διαβάζουμε στην πρώτη επεξεργασία του ζητήματος:

Το διακείμενο διάκειται. Διάκειται εφ'όσον τοποθετείται σε μια διάθεση. Χρησιμοποιούμενα στην διάθεση τίθενται εν χρήσει. Η χρήση θέτει εκ των προτέρων το κάθε τι έτσι ώστε ό,τι έχει τεθεί να ακολουθεί αυτό που επακολουθεί ως αποτέλεσμα. Το παν είναι έτσι παρακολούθημα. Η ακολουθία, όμως, ορίζεται εκ προοιμίου ωςακολουθία αποτελεσματική. Η αποτελεσματική ακολουθία είναι εκείνο το είδος ακολουθίας που εναπόκειται η ίδια στο αποτέλεσμα περαιτέρω ακολουθιών. Το διακείμενο διάκειται ως ιδιότυπη θέση. Την ονομάζουμε διάθεση.

  Η τροπή του όντος σε διακείμενο ορίζει μια νέα εποχή. Αυτής προηγήθηκε η εποχή που το ον μετατράπηκε σεαντικείμενο και αντιμετωπίσθηκε ως τέτοιο.
  Όσο το κατέναντι του ανθρώπου ήταν και είναι ένα αντικείμενο (αυτό συντελέστηκε για πρώτη φορά με τον προσδιορισμό του ανθρώπου ως υποκειμένου, για το οποίο το κατέναντί του είναι το αντικείμενο) του αναγνωριζόταν μία ασφαλής αυτονομία. Λέω ασφαλής γιατί όταν ο άνθρωπος γίνεται υποκείμενο κατανοεί τον εαυτό του ως το κατ'ουσίαν υπο-κείμενο, τουλάχιστον ως προς τη γνώση. Στην τεχνολογία των Νέων Χρόνων συντελείται όμως κάτι ρηξικέλευθο. Στο προσκήνιο εμφανίζεται-ας το διατυπώσουμε έτσι-όχι το γνωρίζειν αλλά το δύνασθαι. Φυσικά και το δύνασθαι είναι εφικτό μόνο διά της γνώσης, η γνώση όμως εκμετράται κατ'ουσίαν βάσει αυτού που μπορεί να επιτευχθεί δι'αυτής. Το δύνασθαι αυτό εκλαμβάνει τον εαυτό του ολοένα και περισσότερο ως ισχύ και η ισχύς πρέπει να εμφανίζεται άμεσα στην εξουσία διάθεσης. Αυτό συντελείται με το διακείμενο. 

[...] Ξεκινούμε θεωρώντας παρανόηση να κατανοούμε τη μεταβολή στην στάση του όντος, από αντικείμενο σεδιακείμενο, ως αποτέλεσμα ανθρώπινης αυθαιρεσίας. Γιατί μ'αυτήν την μεταβολή πληροφορούμαστε μια μεταβολή της μη κρυπτότητας (της α-λήθειας), μια μεταβολή ουδέποτε, κατά τον Heidegger, ελέγξιμη από τον άνθρωπο μολονότι τον αφορά ουσιαστικά. Στην αναστροφή με το ον κατά την ελληνικά νοούμενη παρ-αγωγή ή κατά την μετέπειτα προκύψασα εξαντικειμένιση ή τέλος κατά την παρούσα διευθέτηση βρίσκουμε μια τέτοια μεταβολή της μη κρυπτότητας.

...Όταν ο άνθρωπος εμπλέκεται στην τεχνική συμμετέχει στην διάθεση ως τρόπο της εκκάλυψης. Όμως η ίδια η μη κρυπτότητα, όπου εκδιπλώνεται η διάθεση, δεν είναι ποτέ ανθρώπινο δημιούργημα. Όπως δεν είναι και το στάδιο που κάθε φορά διατρέχει ο άνθρωπος, όταν ως υποκείμενο συνδέεται με ένα αντικείμενο (σ.26).

  Είδαμε ότι η ουσία του ανθρώπου προσδιορίζεται και στηρίζεται από την αναφορά στην μη κρυπτότητα (πρβλ ''το ερώτημα για το Είναι στον ορίζοντα του χρόνου'' [σ.31 κ.ε], ''Το ερώτημα για την αλήθεια στο Περί της ουσίας της αλήθειας'' και ''Τέχνη και Αλήθεια'' [σ.95 κ.ε]). Η ανοικτότητα, που επιτρέπει την συνάντηση με την όποια αποκάλυψη, είναι η μη κρυπτότητα. Με τον τρόπο της ανοικτότητας στην οποία διατίθεται ο άνθρωπος, μεταλλάσσει η συμπεριφορά του προς το αποκαλυπτόμενο ον.

...Οπότε ο άνθρωπος ανοίγει τα μάτια και τ'αυτιά του, διανοίγει την καρδιά του, παραδίδεται στην αίσθηση και την προσπάθεια, τις εικόνες και τα έργα, στις παρακλήσεις και τις ευχαριστίες, βρίσκεται ήδη στην μη κρυπτότητα. Η μη κρυπτότητα έχει ήδη συντελεστεί όσο καλεί τον άνθρωπο στους ενδεδειγμένους γι'αυτόν τρόπους της εκκάλυψης. Όταν ο άνθρωπος αποκαλύπτει με τον τρόπο του την παρουσία μέσα στην μη κρυπτότητα, αποκρίνεται στην κλήση της (σ. 26).

  Η αναστροφή με τον ον, η προσδιορισμένη από την τεχνική, δεν είναι λοιπόν μια τυχαία ανθρώπινη πράξη. Ο ίδιος ο άνθρωπος έχει εγκατασταθεί στην επιτακτική αυτή αναστροφή, βάσει του τρόπου της μη κρυπτότητας, τον οποίο ο Heidegger ονομάζει σύ-στημα. Πώς πρέπει να εννοήσουμε αυτήν την λέξη; Για τον Heidegger έχει μία ανοίκεια σημασία, επειδή η όλη σκέψη θα μας οδηγήσει στο ανοίκειο. Με το σύστημα αντιλαμβανόμαστε κάτι πραγμοειδές, επειδή ολόκληρη η αντίληψή μας προσκολλάται άνετα στο πραγμοειδές. Το πραγμοειδές είναι ορατό, απτό, περιγράψιμο, μπορεί να κατασκευαστεί, να χρησιμοποιηθεί και να φθαρεί. Γνωρίζουμε πάντοτε περί τίνος πρόκειται. Για να στερεωθούμε στην κατοικία μας, γεμίζουμε τους χώρους με τα οικεία σε μας πράγματα. Εδώ πάντως το ζήτημα δεν είναι αυτής της υφής. Πρόκειται για την ανοικτότητα όπου βρισκόμαστε, δυνάμει της οποίας μας γίνεται προσιτή η εμφάνεια (το ον)-πρόκειται λοιπόν για την μη κρυπτότητα, την α-λήθεια. 
  Το ''σύ-στημα'' δεν είναι κάτι πραγμοειδές αλλά το όνομα για έναν ιδιαίτερο τρόπο της μη κρυπτότητας. Για ποιόν; Γι αυτόν που αξιώνει από τον άνθρωπο ''να εκκαλύψει το πραγματικό κατά τον τρόπο της διάθεσης ως διακείμενο. Σύ-στημα ονομάζεται ο τρόπος της εκκάλυψης που βασιλεύει στην ουσία της σύγχρονης τεχνικής χωρίς να είναι ο ίδιος κάτι τεχνικό'' (σ. 28).
  Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει: το ότι την μία συνδέουμε το σύ-στημα με την μη κρυπτότητα, την άλλη με την εκκάλυψη, δεν πρόκειται για ανακρίβεια ή τουλάχιστον έλλειψη αυστηρότητας στα λόγια μας; Η ανθρώπινη συμπεριφορά υπό την έννοια της εκκάλυψης-μπορούμε να την ονομάσουμε θεμελιώδη συμπεριφορά, διακρίνοντάς την από τους επί μέρους τρόπους συμπεριφοράς-φέρεται και προσδιορίζεται πάντοτε, κατά τον Heidegger, από τηνκυρίαρχη μη κρυπτότητα. Και η μη κρυπτότητα γίνεται προσιτή σε μας από τον τρόπο της συμπεριφοράς. Το ότι η μη κρυπτότητα ουσιωνόταν διαφορετικά στους Έλληνες απ'ό,τι στην παρούσα φάση, δεν μπορούμε να το αναγάγουμε σε θεωρίες και υποθέσεις ή να το συμπεράνουμε βάσει αυτών. Πρέπει να το πορισθούμε από την αναστροφή με το ον και την κατανόησή του όπως και από την αυτοσυνειδησία του ανθρώπου. Μη κρυπτότητα και εκκάλυψη συμπράττουν, σχηματίζουν ένα ενιαίο φαινόμενο κι είναι σημαντικό να τις ερμηνεύουμε ιστορικά. Οι διακρίσεις της αναστροφής υπό την έννοια της παρ-αγωγής, της εξαντικειμένισης και της διάθεσης είναι διακρίσεις της μη κρυπτότητας, δηλαδή κυρίως της εκκάλυψης.
  Το γεγονός ότι συνδέονται με τεχνολογικούς χειρισμούς και διακανονισμούς, μηχανισμούς που μας είναι γνωστοί ως ''συστήματα'' (σκελετός, άτρακτος, ικρίωμα), δεν σημαίνει ότι μπορούμε να συνάπτουμε το σύ-στημα με το πραγμοειδές αυτό. Ο Heidegger θέλει μάλλον να ανατρέξει στο ερώτημα για την ιδιάζουσα στην τεχνική μη κρυπτότητα. Υποδηλώνεται έτσι ήδη ποιά θέση προβλέπει ο Heidegger για την τεχνική και πόσο η ανάλυση αυτή απέχει από κάθε εργαλειακή περιγραφή της τεχνικής.
  O Heidegger σημειώνει ρητά ότι η έννοια της συστάσεως στο σύ-στημα πρέπει να διατηρήσει ακέραια τη σχέση της με την σύσταση υπό την έννοια της παραγωγής, όπως αυτό συμβαίνει στην ποίησιν. Στην παραγωγή ως ποίησιν το ον άγεται στην παρουσία όχι πάντως έτσι ώστε να υφίσταται ως χρηστικό διακείμενο αλλά ώστε με την σύσταση αυτή να εμφανίζεται κάτι.
  Η ελληνική δυνατότητα παρουσίας κατά την παραγωγή, υπό την έννοια της ποιήσεως και η εξασφάλιση του διακείμενου ως αξίωσης της φύσης υπό την έννοια του συ-στήματος είναι δύο αντίποδες που όμως-δεν πρέπει να παραβλέπεται αυτό-εμμένουν στην ίδια διάσταση, στη θεμελιώδη δηλαδή διάσταση της μη κρυπτότητας (της α-ληθείας). Πάντως, και στις δύο η μη κρυπτότητα συντελείται κατά πολύ διαφορετικό τρόπο. Ο Heidegger, στην διάλεξή του στην Βρέμη ''Εννόηση αυτού που είναι'', συμπέρανε ότι η επιστήμη των Νέων Χρόνων είναι κατά την ουσία της τεχνική. Τουτέστιν αυτό που συντελείται μέσα της ανταποκρίνεται στην αλήθεια του Είναι, υπό την έννοια του συ-στήματος, ότι αυτή εκφέρει την αλήθεια αυτή. 
  Δεν μπορούμε εδώ να παρακολουθήσουμε περαιτέρω το πώς στην φυσική επιστήμη των Νέων Χρόνων, πριν ακόμη από την οποιαδήποτε ανάπτυξη της τεχνικής, δρα το χαρακτηριστικό της σύστασης της φύσης υπό την έννοια της απόδειξης μιας αλληλουχίας δυνάμεων η οποία είναι προκαταβολικά προσδιορίσιμη. 

Η περί φύσεως θεωρία των φυσικών επιστημών κατά τους Νέους Χρόνους είναι ο πρόδρομος όχι μόνο της τεχνικής, αλλά και της ουσίας της σύγχρονης τεχνικής. Γιατί στην Φυσική βασιλεύει ήδη η επιτακτική συγκέντρωση στην διατιθέμενη εκκάλυψη (σ.29).

Η Φυσική ονομάζεται

...προάγγελος, αδιάγνωστος ακόμη κατά την καταγωγή του, του συ-στήματος (σ.29)

Η αιτιότητα δεν είναι πλέον η αφορμή παραγωγής υπό την έννοια του ενέχεσθαι, ούτε cause efficiens ούτε causa formalis. Ο Heidegger κάνει έναν υπαινιγμό:

  Πιθανόν η αιτιότητα να συρρικνώνεται σε μία επιτακτική διάγνωση διακειμένων που πρέπει να διασφαλίζονται ταυτόχρονα ή αλληλοδιαδόχως (σ.30 κ.ε).

Η διερεύνηση συγκεντρώνεται για δεύτερη φορά στην σύλληψη του συ-στήματος. Ακριβώς επειδή με το σύ-στημα δεν θεωρείται κάτι πραγμοειδές, αλλά ένας τρόπος της αναφορικότητας του ανθρώπου προς το ον, είναι αναγκαίο να περιγραφεί διεξοδικότερα τί εννοεί ο Heidegger με τη λέξη σύ-στημα. Όταν μιλούμε για αναφορικότητα του ανθρώπου, γεννάται αμέσως το ερώτημα: πώς αποκτάται αυτή η αναφορικότητα; Μπορεί ο άνθρωπος απλά να αναπτύξει τυχαίες αναφορές κι έπειται να τις αναιρέσει, να απομακρυνθεί δηλαδή από αυτές; Ή μια τέτοια εκτύλιξη υπακούει σε μια εντολή που αρχικά και κυρίως, και ίσως για καιρό, μένει κρυμμένη;
  Ο Heidegger αποφεύγει συνειδητά το λεκτικό της αναφορικότητας επειδή συχνά το λεκτικό αυτό δίνει την εικόνα ότι το εγώ των Νέων Χρόνων, που τελικά πετυχε να δικαιώσει την ύπαρξή του, βρίσκεται τώρα σε θέση να αναπτυχθεί σύμφωνα με το δικό του σχεδιασμό και την δική του βούληση. Μπορεί δηλαδή να ενεργοποιήσει όσες σχέσεις προς το ον του είναι αρεστές. Με άλλη διατύπωση: Το εγώ ως υποκείμενο είναι τώρα το κατ'ουσίαν ον και κάθε τι που δεν είναι της υφής του υποκειμένου δικαιώνεται ως προς το είναι του χάρις στο υποκείμενο. Η θέση αυτή αποκαλύπτεται και θεωρείται ευθέως από τον Heidegger, κατά τον νεωτερικό της χαρακτήρα, ως ένας ορισμένος τρόπος ανάπτυξης της Μεταφυσικής. Καθώς όμως βρισκόμαστε μέσα σ'αυτήν τη μεταφυσική παράδοση και προσδιοριζόμαστε, φερόμαστε απ'αυτήν, είναι πολύ δύσκολο να απαλλαγούμε απ'αυτόν τον τρόπο παρατήρησης.
  Στο σύ-στημα συντελείται ένας ορισμένος τρόπος εκκάλυψης. ''...Συντελείται αυτή η εκκάλυψη κάπου επέκεινα της ανθρώπινης δράσης; Όχι. Δεν συντελείται ομως ούτε εντός του ανθρώπου ούτε καθορίζεται από αυτόν'' (σ.31). Ο άνθρωπος λοιπόν εντάσσεται εκεί. Δεν είναι όμως ο κάτοχος της εκκάλυψης ή-μπορούμε επίσης να πούμε-της ανοικτότητας όπου ενυπάρχει κάθε συμπεριφορά μας.
  Αν αυτή η απάντηση είναι μάλλον αρνητική παρά θετική, αυτό δεν είναι τυχαίο, ούτε ρητορικό τέχνασμα για να μεγαλώσει η αγωνία του αναγνώστη. Πρόκειται για έναν υπαινιγμό, ότι έχουμε εδώ εγκαταλείψει την περιοχή του αντικειμένου με τις μονοσήμαντες ερωτήσεις και απαντήσεις της. Αυτό όμως καθόλου δεν δηλώνει ότι έχουμε εισέλθει στην περιοχή όπου όλες οι αγελάδες είναι φαιόχρωμες (σ.ονειρμός: αναφέρεται στην μορφή του Hegel στη φιλοσοφία του Schelling για την απόλυτη ταυτότητα υποκειμένου-αντικειμένου) αλλά, μάλλον, ότι εδώ απαιτείται μια μεταμόρφωση στην εξέταση που δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί. Γι'αυτό και ο Heidegger επιλαμβάνεται, ακόμη μια φορά, του ζητήματος σχετικά με το πώς πρέπει να εννοήσουμε το σύ-στημα. ''Το σύστημα είναι η συγκέντρωση εκείνης της στάσης που ορίζει στον άνθρωπο να συλλαμβάνει το πραγματικό κατά τον τρόπο της διάθεσης ως διακείμενο. Ο άνθρωπος με το να έχει την επιταγή αυτή διατελεί στην περιοχή της ουσίας του συ-στήματος'' (σ.31) (σ.Ονειρμός: στα αγγλικά 
Enframing is the gathering together that belongs to that setting-upon which
sets upon man and puts him in position to reveal the real, in the mode of order-
ing, as standing-reserve. As the one who is challenged forth in this way, man
stands within the essential realm of Enframing.). 
  Δεν γνωρίζουμε πώς μπορεί να προκύψει κάτι τέτοιο. Μπορούμε όμως πολύ καλά να γνωρίζουμε τί συμβαίνει με το κατ'αυτόν τον τρόπο προκύψαν. Με το σύστημα πληροφορούμαστε έναν ορισμένο τρόπο της εκκάλυψης, έχουμε τεθεί εντός του ως εντός ενός είδους συν-κλήρωσης. Το να σκεφθούμε κατ'ουσίαν τον κλήρο αυτό είναι, κατά τον Heidegger, ένα από τα θεμελιώδη καθήκοντα του ανθρώπου. Και τούτο επειδή με την σκέψη αυτή διανοίγεται μία κατ'εξοχήν δυνατότητα-να μην μείνουμε δηλαδή απλά περιχαρακωμένοι σ'αυτήν την ορισμένη αναστροφή με το ον (υπό την έννοια της διάθεσης) αλλά να ανατρέξουμε στο ερώτημα που σ'αυτήν μετέχει κάτι σαν την μη κρυπτότητα.

...Επειδή αυτός [ο κλήρος] οδηγεί εκάστοτε τον άνθρωπο σε μία ατραπό εκκάλυψης, κινείται πάντοτε ο άνθρωπος, όντας καθ'οδόν, στο περιθώριο της δυνατότητας να παρακολουθήσει ό,τι έχει εκκαλυφθεί στην διάθεση, να το προωθήσει και να παραλάβει έτσι κάτι κριτήριο. Έτσι, αποκλείεται η άλλη δυνατότητα να αναμειγνύεται όλο και περισσότερο και πρωταρχικότερα ο άνθρωπος στην ουσία του φανερωμένου και την μη κρυπτότητά του για να συλλάβει την συνάφεια προς την εκκάλυψη που χρειάζεται ως την ουσία του (σ.33 κ.ε).

  Αν λοιπόν αρχικά φάνηκε πως δεν θα υπήρχε καμιά διαφυγή από την συγκεκριμένη αναφορικότητα-εδώ της διάθεσης-αυτό το κείμενο λέει ότι υπάρχει σαφώς μία άλλη δυνατότητα στην σκέψη και δι'αυτής, το ερώτημα δηλαδή για την διάσταση που πρώτιστα στηρίζει την οποιαδήποτε εκκάλυψη, η διάσταση της μη κρυπτότητας. Και ότι, συγχρόνως, έτσι ο άνθρωπος βρίσκει τον εαυτό του, τον ουσιώδη δηλαδή προσδιορισμό του που θεμελιώνεται από την αναφορά του στην μη κρυπτότητα (πρβλ. επίσης και την Επιστολή για τον ''Ανθρωπισμό''). Γιατί κάτι σαν την μη κρυπτότητα υπάρχει μόνο για το ον που είναι το ίδιο ανοικτό και, ευρισκόμενο έτσι στο άκρυπτο, μπορεί να εκφέρει την μη κρυπτότητα.

[...] Συνεχώς προσκρούουμε στην εξής δυσκολία: ότι αντιλαμβανόμαστε την μη κρυπτότητα ως ένα κενό μέσον υποδοχής του όντος. Μάλλον όμως υπάρχουν κι άλλες πτυχές όπως μπορέσαμε να δούμε με τους διάφορους τρόπους της εκκάλυψης-η εκκάλυψης ως ποίησις, υπό την έννοια της παρ-αγωγής, η εκκάλυψη ως εξαντικειμένισηη εκκάλυψη ως διάθεση. Κάθε φορά το ον εμφανίζεται κατ'άλλον τρόπο και ο ίδιος ο άνθρωπος το κατανοεί διαφορετικά. 
  Ακριβώς με την διάθεση μαθαίνουμε ότι και ο ίδιος ο άνθρωπος υφίσταται μόνον ως κάτι διαθέσιμο-συγχρόνως όμως προβάλλει ως ο απόλυτος κύριος οποιουδήποτε όντος, σαν να ήθελε έτσι να υπερκεράσει την απώλεια στην οποία είναι εκτεθειμένος. Ο άνθρωπος μοιάζει παντού να συναντά τον εαυτό του [17]. Στην ερμηνεία του Heidegger προκύπτει όμως το αντίθετο.''Ωστόσο ο άνθρωπος σήμερα πράγματι, δηλαδή κατά την ουσία του, δεν συναντά πλέον πουθενά τον εαυτό του'' (σ.35). 

[...] Μπορούμε να παρακολουθήσουμε με ευχέρεια την σκέψη ότι στην πορεία της ιστορίας της Μεταφυσικής συντελείται μία μεταβολή στην ερμηνεία του όντος. Αυτό μαρτυρούν τα κείμενα αν έχουμε κατανοήσει και αποδεχθεί τα χαιντεγκεριανά νήματα της ερμηνείας.

[...] Με την κυριαρχία του συ-στήματος, έχει πραγματοποιηθεί, κατά τον Heidegger, η απειλή ''...να μην μπορεί ο άνθρωπος να επικοινωνήσει με την πλέον αρχέγονη εκκάλυψη και να αισθανθεί έτσι την προσαγόρευση μιας πλέον αρχέγονης αλήθειας'' (σ.36). Γιατί η αλήθεια δεν κατοικεί στην απόφανση, στην αληθή κρίση αλλά η αλήθεια ως μη κρυπτότητα είναι αυτός ο κλήρος ο οποίος περιπίπτει στον άνθρωπο, τον οποίο πρέπει ο άνθρωπος να φέρει μέχρι τέλους ανάλογα με το πώς μπορεί να αισθάνεται το ον. Γι'αυτό ο Heidegger μπορεί να σκέφτεται την μη κρυπτότητα ως διαφύλαξη. Διαφυλάσσει την ανοικτότητα όπου έχει ιστορικά ταχθεί ο άνθρωπος και η οποία του καθιστά προσιτό, κατά ορισμένο τρόπο, το ον.
  Προσπαθούμε να κατανοήσουμε σε τί συνίσταται ο αμφίσημος χαρακτήρας της ουσίας της τεχνολογίας. Έως τώρα απλά σημειώσαμε το χαρακτηριστικό του έσχατου κινδύνου, να έχει τόσο πολύ απορροφηθεί ο άνθρωποςτην μανία της διάθεσης ώστε να παραποιείται καθ'ολοκληρίαν η σχέση του προς την αλήθεια ως εκκάλυψη, να μην μπορούν καν άλλες δυνατότητες να συλλαμβάνονται ως δυνατότητες. Αυτή είναι μόνο μία πτυχή του ζητήματος. Αν στο σύ-στημα προβάλλει ένας ορισμένος τρόπος της μη κρυπτότητας, αν σε οποιαδήποτε μη κρυπτότητα συμπράττει κάτι σαν διαφύλαξη, τότε μπορεί και εδώ αυτή η σκέψη της διαφύλαξης να καταστεί ο προορισμός της σκέψης. Αυτό σημαίνει πως τότε μπορεί και εδώ να θεωρείται ο άνθρωπος βάσει της σχέσης του προς την αλήθεια-ο σταθερός αγώνας του Heidegger. Μια τέτοια σκέψη μπορεί κάπως να συνεισφέρει στην υπερκέραση της απώλειας της ουσίας, απώλεια που λαμβάνει χώρα στην καθαρή διάθεση και την διασφάλιση του διακείμενου. Αυτό τότε θα ήταν το κίνητρο μιας μεταβολής-μιας πιθανής μεταβολής υπό την έννοια της διάσωσης, που μπορεί να έλθει μέσα στον έσχατο κίνδυνο. Ίσως μια τέτοια μεταβολή να προέκυπτει από την τέχνη-γιατί η τέχνη από καιρό στρέφεται γύρω από την δυνατότητα εμφάνισης του όντος, δηλαδή μαζί και του ίδιου του ανθρώπου-καθώς και από την σκέψη, όπως την εννοεί ο Heidegger κατ'αντιδιαστολή προς το φιλοσοφείν. Η σκέψη προορίζεται να σκεφθεί την ίδια την μη κρυπτότητα και την συντελούμενη εντός της εκκάλυψη και συγκάλυψη. Η προσπάθεια του Heidegger, της ερμηνευτικής προσοικείωσης αφορά λοιπόν εδώ και χρόνια τους διανοητές που πρώτοι προσπάθησαν να σκεφθούν τη μη κρυπτότητα-ο Heidegger τους ονομάζει πρώιμους διανοητές: τον Αναξίμανδρο, τον Παρμενίδη, τον Ηράκλειτο.
  Το ερώτημα που προβάλλει επιτακτικά στην απόπειρα κατανόησης αυτής της πορείας σκέψεων και διατυπώνεται επίμονα έχει ως εξής: Πώς φθάσαμε σ'αυτό το είδος μη κρυπτότητας υπό την έννοια του συ-στήματος; Ο Heidegger απαντά: είναι το ίδιο το Είναι που εμφανίζεται κατ'αυτόν τον τρόπο. Στην αδημοσίευτη ακόμη διάλεξη ''Ο Κίνδυνος'' εξετάζεται ιδιαιτέρως η συνάφεια του φύσει και του θέσει και καταδεικνύεται το πώς, ήδη, στην παρ-αγωγή της φύσης ενυπάρχει κάτι το θετό. Το ον άγεται από την κρυπτότητα στην μη κρυπτότητα και κατ'αυτόν τον τρόπο παρουσιάζεται. Το παρουσιαζόμενο αυτό μπορεί να τροποποιηθεί από μία ανθρώπινη διευθέτηση (πέτρα-τείχος). Η διευθέτηση εδώ έχει το νόημα της ελληνικής θέσεως, είναι μια διά-ταξη. Προυπόθεση είναι να καθίσταται, εν γένει, αισθητή η μη κρυπτότητα. Γιατί μόνο στην περιφέρειά της είναι δυνατή η διά-ταξη. Στην δυνατότητα παρουσίας του όντος κατά τον τρόπο της φύσεως ο Heidegger αντικρίζει την ουσιακή καταγωγή της μετάπειτα διευθέτησης ως συ-στήματος. Πρέπει πάντως να έχουμε κατά νουν τη διαφορά της διευθέτησης στην φύσιν από την διευθέτηση του συ-στήματος, αν θέλουμε να συλλάβουμε το εύρος της μεταβολής που συντελέστηκε από το ελληνικά θεωρούμενο ον ως παρουσία στην σημερινή θεώρηση του όντος ως διακείμενο. Πρόθεση του Heidegger είναι να αξιωθούμε, επιτέλους, να δούμε αυτήν την μεταβολή, να την σκεφθούμε, να την αναγνωρίσουμε ως ιστορία μας. 



*Τα παραθέματα εδώ αντλούνται από τον τόμο Διαλέξεις και Δοκίμια (Pfullingen, 1954) και η σελιδαρίθμηση (όταν δεν υπάρχει κάποια σημείωση) αναφέρεται σ'αυτόν τον τόμο. Το κείμενο εμφανίστηκε και στην σειρά ''Opuscula'' (τ.1), μαζί με την τελευταία διάλεξη ''Η Στροφή'' (1962).