Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Mark Mazower : Το εθνικό κράτος παίρνει τη ρεβανς;






Πηγή : Εuro2day.


Το εθνικό κράτος κάνει την επιστροφή του; Ετσι δείχνουν τα πράγματα. Παραδοσιακές διακρατικές συγκρούσεις εκτυλίσσονται στην Θάλασσα της Κίνας και τα δυτικά σύνορα της Ρωσίας. Οι διακρατικές συναντήσεις, όπως η σύνοδος της Apec και της Group of 20 στο Σίδνεϊ χαρακτηρίστηκαν από ασυνήθιστες εντάσεις. Η παραδοσιακή διπλωματία (ευτυχώς εν προκειμένω) είναι εκείνη που μετράει σε ζητήματα από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν μέχρι το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Ωστόσο η κυρίαρχη άποψη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, ήταν ότι η παγκοσμιοποίηση θα φέρει την μεταμόρφωση του πλανήτη μέσα από μη κρατικούς παράγοντες.
Η λήξη του ψυχρού πολέμου προκάλεσε μια, σχεδόνμαρξιστική προσδοκία, ότι το κράτος θα υποτονίσει –υπό την σκιά της ελεύθερης ροής χρήματος και αγαθών και υπονομευόμενο από εξω-κρατικούς παράγοντες, εκ των οποίων οι τρομοκρατικές ομάδες ήταν οι πλέον προφανείς, αλλά όχι οι μόνοι. Ήταν μια προσδοκία την οποία μοιραζόταν όλο το πολιτικό στερέωμα.

Στην Αριστερά, οι επικριτές της παγκοσμιοποίησης των αγορών, πρόβλεπαν την ανάταση της ισχύος του λαού. Οι μη κυβερνητικοί οργανισμοί θα υπερυψώνονταν πάνω από τους ξεφτισμένους, υποτίθεται, θεσμούς του εθνικού κράτους και θα δημιουργούσαν νέες, πιο ζωηρές μορφές πολιτικής δραστηριότητας.Η τεχνολογία θα έδινε καλύτερες λύσεις σε παλιά προβλήματα, προσπερνώντας τους στατικούς εθνικούς θεσμούς.

Η νεοφιλελεύθερη Δεξιά χαιρέτιζε την ανάδειξη της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής ισχύος, την κατάργηση των ελέγχων κεφαλαίου και την απορύθμιση των τραπεζών, επειδή, αν μη τι άλλο, όλα αυτά αποδυνάμωσαν τις δυνατότητες των εθνικών κυβερνήσεων να ελέγξουν τις αγορές. Στην μεταποίηση και τις υπηρεσίες, οι επιχειρήσεις κατέκτησαν νέες δυνατότητες να αξιοποιήσουν τα διαφορετικά φορολογικά καθεστώτα και τα επίπεδα των μισθών σε όλο τον πλανήτη.

Ολες αυτές οι προσδοκίες όμως, υποτίμησαν την δυνατότητα επιβίωσης -την νομιμότητα στην ουσία- του κράτους και των θεσμών του, καθώς και την μεγάλη δυσκολία δημιουργίας καινούργιων, από το πουθενά. Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις παρέμειναν στο περιθώριο: Οι διεθνείς οργανισμοί είναι τα «οχήματα» των ομάδων και των συνασπισμών εθνικών κρατών για να δρουν συντονισμένα όπου μπορούν. Από αυτή την άποψη, ουσιαστικά είναι παράγωγα, που καθρεφτίζουν τις επιθυμίες των πιο ισχυρών μελών. Η ιδέα ότι θα απελευθερώνονταν από τον κλοιό των εθνικών κυβερνήσεων, ήταν ουτοπία.

Ο δε νεοφιλελεύθερος ενθουσιασμός με τις απελευθερωμένες αγορές, δεν είχε καλύτερη τύχη. Η εποχή της παγκοσμιοποίησης ήταν εποχή αστάθειας -και στο Μεξικό, την ανατολική Ασία και την Ρωσία, το κόστος της κρίσης είχε γίνει εμφανές σε όλη την δεκαετία του 1990. Χρειάστηκε όμως να περάσει μια δεκαετία, για να ξεγυμνώσει η κατάρρευση της Lehman Brothers και η διεθνής κρίση τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους από την πίστη τους στον καπιταλισμό και να αρχίζουν να αλλάζουν οι απόψεις.

Εκτοτε, η εξουσία έχει επιστρέψει προς το κράτος από πολλά μέτωπα. Στο κάτω – κάτω οι φορολογούμενοι ήταν που διέσωσαν τις τράπεζες. Το βάρος της εξόδου από την κρίση έπεσε στις κεντρικές τράπεζες σε συνεργασία με τους υπουργούς Οικονομικών. Από το 2010, η αυξανόμενη ανισότητα που συνοδεύει την ανάκαμψη, έχει προκαλέσει μεγάλο υποβόσκον κύμα οργής στους ψηφοφόρους, όχι μόνο έναντι των τραπεζών, αλλά και ενάντια στα ελαφρά φορολογικά βάρη που απολαμβάνουν πολλές πολυεθνικές. Η αλλαγή στην ψυχολογία απειλεί παραπάνω την απελευθέρωση του εμπορίου κι έχει φέρει στην πολιτική ατζέντα προτάσεις για διεθνή εναρμονισμό των εταιρικών φόρων. Την ίδια ώρα, η επίδειξη δύναμης του Vladimir Putin, καταδεικνύει ότι τίποτα δεν αντικαθιστά το κράτος στην τακτοποίηση των ζητημάτων πολέμου και ειρήνης.

Στην πραγματικότητα, το κράτος ήταν πάντα μαζί μας. Το δημοσιονομικό του αποτύπωμα έχει αλλάξει ελάχιστα εδώ και δεκαετίες: Οι εισπράξεις της κυβέρνησης των ΗΠΑ, για παράδειγμα, είναι σήμερα λίγο πολύ στο ίδιο ποσοστό επί της παραγωγής που βρίσκονταν το 1960. Στη Βρετανία, οι δημόσιες δαπάνες έχουν μεταβληθεί ελάχιστα την ίδια περίοδο. Αυτό που συνέβη κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο ή τριών δεκαετιών ήταν λιγότερο απονέκρωση του κράτους και περισσότερο επαναπροσδιορισμός των επίσημων προτεραιοτήτων.

Εγκαταλείποντας τον εσωτερικό στρατηγικό σχεδιασμό, το κράτος έγινε μεσολαβητής των ρυθμιστικών καθεστώτων. Εξωτερικά, μεταμόρφωσε τους αμυντικούς προϋπολογισμούς, μεταφέροντας πόρους από τους ανθρώπους στις μηχανές.

Η οικονομική κρίση έχει επιταχύνει ορισμένες από αυτές τις τάσεις και άρχισε να ανατρέπει άλλες. Τα κράτη - ή οι πολιτικές ηγεσίες τους - εξακολουθούν να είναι απρόθυμα να κάνουν όσα θα είχαν κάνει τη δεκαετία του 1940.

Αρνούνται πεισματικά να επιβάλλουν αυστηρότερες ποινές στις τράπεζες ή να αναγνωρίσουν την ανεργία ως προτεραιότητα. Αλλά αυτό που είναι πιο σημαντικό είναι ίσως αυτό που η κρίση έχει δημιουργήσει σε παγκόσμιο επίπεδο: Απομυθοποιώντας την εξιδανίκευση των αγορών ενθάρρυνε την αποκατάσταση της κρατικής ισχύος ως αυτοσκοπό.

Την κατάσταση αυτή εκμεταλλεύθηκαν εύκολα οι απολυταρχικοί ηγέτες στο όνομα της εθνικής κυριαρχίας και της δημοκρατίας. Η Ουγγαρία και η Ρωσία αποτελούν παράδειγμα αυτής της τάσης. Έχουμε ακούσει πολλά, τα τελευταία 20 χρόνια, για την παρακμή του κράτους. Από εδώ και πέρα θα ακούμε όλο λιγότερα. ***Ο αρθρογράφος είναι καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο Κολούμπια και συγγραφέας του «Governing the World: The History of an Idea».

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Ιστορική νομοτέλεια και τριτογενής τομέας





Πηγή: Ταξικές Μηχανές


Επαναφέρω εδώ την υπόθεση μιας ιστορικής νομοτέλειας, υπόθεση που έχει γίνει από πολλούς αλλά έχει μάλλον λησμονηθεί: το πέρασμα της ανθρωπότητας από την κυριαρχία του πρωτογενούς τομέα παραγωγής (''αγροτική επανάσταση'') στην κυριαρχία του δευτερογενούς τομέα παραγωγής (μεταποίηση, εμπόριο και συστηματοποίηση της παραγωγής αγαθών με τη ''βιομηχανική επανάσταση'') και τελικά στην κυριαρχία του τριτογενούς τομέα παραγωγής (ό,τι αποκαλούμε γενικόλογα υπηρεσίες, παραγωγή μη απτών αγαθών, και η οργάνωσή τους τελικά σε πληροφοριακή βάση). 


Ασφαλώς δεν επικρατούν τέτοιες αντιλήψεις περί κοινωνικοιστορικών ''νομοτελειών'', που φαντάζουν προκλητικές στα αυτιά όσων αποθεώνουν το τυχαίο, άρα και την αυθαιρεσία, μπροστά στην ''ανοιχτότητα του μέλλοντος'', των στρατηγικών επιλογών ομάδων, τάξεων, πολιτικών συλλογικοτήτων κ.α, υπό τις σημερινές σχέσεις εξουσίας και εκμετάλλευσης. 

Λαμβάνω υπόψη τις συνηθισμένες αλλά αξιόμαχες αντιρρήσεις στον ''τεχνολογικό ντετερμινισμό'', που επισημαίνoυν την καθοριστικότητα πολιτισμικών δομών στην εμφάνιση ή μη τεχνολογικών καινοτομιών. Κλασικό παράδειγμα είναι η αδυναμία της Κίνας σε σχέση με τον ευρωπαικό χώρο να αναπτυχθεί κεφαλαιοκρατικά πριν από αυτόν, παρά το προηγμένο της πολιτισμό και τις υλικές προυποθέσεις που συγκέντρωνε, εξαιτίας του αυτοκρατορικού γραφειοκρατικού της μηχανισμού. Τέτοιου είδους επιχειρήματα πράγματι δείχνουν το ιστορικό συγκυριακό και τυχαίο του ''πού, πώς, πότε'' της ιστορικής διαδρομής. Δεν μπορούν να εξηγήσουν, ωστόσο, γιατί τελικά ο δυτικογενής καπιταλισμός ιστορικά επικράτησε όλων των πολιτισμικά ετερογενών αντιπάλων του. Αυτή η επικράτηση, οφειλόμενη στην ανώτερη ισχύ της κεφαλαιοκρατίας, δεν μπορεί να εξηγηθεί μέσω κανενός (θεμιτού) δικαιώματος στην πολιτισμική ετερότητα, παρά μόνο στη βάση αντικειμενικών παραμέτρων ισχύος στο συνδυασμό των διαφόρων επιπέδων. 

Με τον ίδιο τρόπο, η προβληματική των τριών ''τομέων παραγωγής'', στη διαχρονική (στην ιστορία διαδοχικών κοινωνικών μετασχηματισμών) και συγχρονική (στην παροντική συνάρθρωσή τους σε μια δοσμένη κοινωνία) διάστασή τους, αφορά μια γενικευμένη τάση η οποία επιβάλλεται πάνω σε ετερογενή πολιτισμικά μορφώματα σε παγκόσμια κλίμακα, συνεπώς και αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί με την επίκληση της ποικιλίας των ιστορικών ενδεχομένων.

Για ένα κείμενο που πραγματεύεται το ζήτημα του τριτογενούς τομέα παραγωγής, κλικ εδώ. Στο κείμενο αυτό βλέπουμε και μια ''εμπειρική'' (αναπαράσταση με γραφήματα πραγματικών μεγεθών) τεκμηρίωση του παραπάνω περάσματος από τον ένα τομέα παραγωγής στον άλλο. Μολονότι ο κάθε πολιτισμός δεν ακολουθεί την ίδια σταδιακή πορεία, η ανθρωπότητα συνολικά την ακολούθησε αναμφισβήτητα μέχρι τώρα. Η διαπίστωση αυτή δεν έχει ηθικό πρόσημο-στο βαθμό που παραμένουν οι εξουσιαστικές και εκμεταλλευτικές σχέσεις των ανθρώπων, η κοινωνία παραμένει ταξική, εξουσιαστική, εκμεταλλευτική, παρά τα περάσματα από το πρωτογενή στο δευτερογενή και έπειτα στο τριτογενή.Μάλιστα, όπως το θέτει ο Αντόρνο, η ανάπτυξη του εργαλειακού Λόγου των παραγωγικών δυνάμεων σε μια ταξική κοινωνία σημαίνει την ανώτερη ισχύ των κυρίαρχων, πέρα από τις δυνατότητες που ανοίγονται για τους κυριαρχούμενους. 

Όσον αφορά το μέλλον του νόμου, αυτός δεν φαίνεται να αίρεται ούτε το αμέσως επόμενο διάστημα. Το κινεζικό κεφαλαιοκράτος, το κύριο βιομηχανικό κέντρο του πλανήτη αυτή τη στιγμή, έχει δηλώσει στο πλέον πρόσφατο πενταετές του πλάνο την γενική κατεύθυνση της οικονομικής του πολιτικής προς ''τριτογενοποίηση'', μεταβάλλοντας την αναλογία επενδύσεων εντάσεως κεφαλαίου (και γνώσης) προς τις επενδύσεις εντάσεως εργασίας (σχετική-απόλυτη υπεραξία) προς όφελος των πρώτων, με ταυτόχρονη στροφή στην εσωτερική κατανάλωση (άρα και σχετική αύξηση της αγοραστικής δύναμης ως από τα πάνω στρατηγική της άρχουσας τάξης). Δεδομένης της ανώτερης τεχνολογικής οργάνωσης, έως και αυτοματοποίησης, της αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής, με αποτέλεσμα τη συνολική μείωση του αριθμού των απασχολούμενων σε πρωτογενή και δευτερογενή τομέα στη ''Δύση'', και την συγκέντρωση μεγάλων βιομηχανικών μονάδων ''κλασικού τύπου'' με απόσπαση απόλυτης υπεραξία (μέσω επιμήκυνσης χρόνου απλήρωτης εργασίας ή εντατικοποίησής της στη μονάδα του χρόνου) σε χώρες ''εκτός Δύσης'', δεν αναμένεται η πορεία αυτή των παραγωγικών δυνάμεων να αντιστραφεί, παρά μόνο να ανακοπεί με καταστροφικό τρόπο σε μια επερχόμενη έκρηξη των οικονομικών, πολιτικών και πολεμικών αντιθέσεων. Υπό τον όρο ότι ο πλανήτης Γη θα συνεχίσει να υπάρχει, ο Τριτογενής Τομέας θα λειτουργεί σαν μαγνήτης που έλκει τις παραγωγικές δυνάμεις και τείνει να αντικαταστήσει την χειρωνακτική, επαναληπτική-μηχανική εργασία, με μόνο φραγμό της καπιταλιστικές σχέσεις εξουσίας και ανταγωνισμού, και μόνη προοπτική ολοκλήρωσης την Κοινοπολιτεία της αταξικής κοινωνίας.Μέχρι τότε, δεν μπορούν παρά να συνυπάρχουν οι κραυγαλέες ανισότητες που οφείλονται στην έλλειψη πανκοινωνικού σχεδιασμού και στην έλλειψη κοινωνικής βούλησης να απελευθερωθεί ο χρόνος του ανθρώπου από την υποδουλωτική εργασία.

Αξίζει εδώ να θυμηθούμε την παράδοση του εργατισμού και της Ιταλικής Αυτονομίας, που ανέδειξε τις διατυπώσεις του Μάρξ περί ''πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο Κεφάλαιο'' και ''Γενικής Διάνοιας''-για τον Μάρξ, ιδίως των Grundrisse, υπάρχει η αντικειμενική τάση αντικατάστασης της ανθρώπινης εργασίας από μηχανές, μέχρι το σημείο εκείνο που η εργασία των ανθρώπων γίνεται εργασία διευθυντική, εποπτική, διαχειριστική επί των μηχανών και των συνολικών παραγωγικών διαδικασιών, εργασία που συμπυκνώνει το διεπιστημονικό κεκτημένο κοινωνικής και τεχνολογικής γνώσης της ανθρωπότητας, μετατρεπόμενη σε απολαυστική, καλλιτεχνική δραστηριότητα-έργο τέχνης της οποίας γίνεται η ίδια η ανθρώπινη ζωή. 

Το οργανικό πέρασμα από το πρωτογενή στο δευτερογενή και έπειτα στον τριτογενή τομέα παραγωγής, γίνεται με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τη μετατόπιση του κέντρου βάρους στον επόμενα τομέα παραγωγής, με την τεχνολογική ''λύση'' των προβλημάτων και των αναγκών που έχουν ανακύψει από τον προηγούμενο τομέα παραγωγής. Μολονότι η πορεία που θα ακολουθήσει κάθε κοινωνικός σχηματισμός ξεχωριστά είναι διαφορετική, και τα περάσματα δεν είναι συχνά ''οργανικά'' με το τρόπο που το ορίσαμε παραπάνω αλλά ''τυχαία'' και ''συγκυριακά'' λόγω της ανισόμετρης ανάπτυξης στο χώρο και το χρόνο (που οξύνεται στον καπιταλισμό), ο γενικός Νόμος του περάσματος φαίνεται να επιβάλλεται μακροιστορικά. Μέσα σε συνθήκες καπιταλιστικού ανταγωνισμού και στο βαθμό που δεν γίνεται αντικαπιταλιστική επανάσταση, οι πρωτοπόρες τεχνολογικές εξελίξεις σε μια χώρα αντιγράφονται από άλλες και έτσι επιβάλλεται μια ''κανονική'' αναπτυξιακή τροχιά, που είτε ένα κεφαλαιοκράτος την ακολουθεί, είτε υποβαθμίζεται στον διεθνή ανταγωνισμό.

Κορυφαία παραδείγματα ''οργανικού'' περάσματος είχαμε στις ΗΠΑ, στην Ιαπωνία, στις παραδοσιακά ισχυρότερες καπιταλιστικές χώρες της Ε.Ε συνολικά. Σε άλλες χώρες είχαμε ένα πέρασμα από το πρωτογενή στον τριτογενή τομέα χωρίς την οργανική ανάπτυξη και τεχνολογική βελτιστοποίηση του δευτερογενή τομέα (στο βαθμό που αυτό συνέβη στο δευτερογενή τομέα, ήταν σ σε σύνδεση με το πρωτογενή τομέα, στον τομέα των πρώτων υλών κλπ), ενώ σε άλλες δεν έχει προχωρήσει η τριτογενοποίηση ούτε η εκβιομηχάνιση με τρόπο καθοριστικό για τη δομή συνολικά της οικονομίας.

Παρά τις ανισομετρίες στη συνολική κεφαλαιοκρατική ανάπτυξη, οι τελευταίες δεκαετίες σημαδεύουν μια εποχή που ο τριτογενής τομέας και οι τεχνολογίες αιχμής γίνονται οικονομικά και στρατιωτικά καθοριστικές της κεφαλαιο-κρατικής ισχύος. Ωστόσο, η κεφαλαιοκρατική οικονομική δυναμική τροφοδοτείται σε βάθος χρόνου από τη βιομηχανική δυναμική παραγωγής πρωτίστως μέσων παραγωγής και δευτερευόντως μέσων κατανάλωσης. Η τριτογενοποίηση μιας καπιταλιστικής οικονομίας, που συνεπάγεται συνήθως και τη χρηματοοικονομική της εξειδίκευση, είναι σημάδι γήρατος και επερχόμενης παρακμής. Η εκβιομηχάνισή της είναι σημάδι σφρίγους και μακροχρόνιας δυναμικής. Όταν τριτογενοποιείται εντός του καπιταλισμού μια οικονομία, οι βασικοί κύκλοι ποιοτικής αναβάθμισης της παραγωγής έχουν κλείσει. Όταν βιομηχανοποιείται, ένας κύκλος παραμένει ακόμα ανοιχτός.

Πρωτογενής, δευτερογενής, τριτογενής τομέας, διαμορφώνουν και αντίστοιχη παραγωγή αγαθών, άρα ταυτόχροναυποκείμενα εργασίας και κατανάλωσης. Επιπλέον, διαμορφώνουν και διαφορετικά περιβάλλοντα ύπαρξης και σύγκρουσης (υπαίθριο/αγροτικό, αστεακό, μητροπολίτικο).  Μια επαναστατική θεωρία του υποκειμένου δεν θα έμενε απλώς στον τυπικό φορμαλισμού του Υποκειμένου και των στάσεών του απέναντι στο Νόμο και το Συμβάν, αλλά θα εξειδίκευε τη γενική της τυπολογία στις συγκεκριμένες μακροιστορικές και μικροιστορικές υποκειμενικές δομές (με όλες τις γενικές διακλαδώσεις τους) που διαμορφώνουν οι παραγωγικές διαδικασίες και η ανάπτυξη της βασικής αντίθεσης, της σχέσης των ανθρώπων με τους όρους ύπαρξής τους. 


Στον Χέγκελ βρίσκουμε μια λογική ανάλυση της σχέσης των τριών τομέων παραγωγής, ως στιγμών μιας διαλεκτικής ''τριάδας''. Στις παραγράφους 203-205 της Φιλοσοφίας του Δικαίου (κλικ στον σύνδεσμο), ο Χέγκελ αναλύει την αγροτική εργασία ως μια άμεση σχέση με τη Φύση, τη μεταποίηση, τη βιομηχανία και το εμπόριο, ως μια διαμεσολάβηση της φύσης από τον άνθρωπο (στο βαθμό της αντίθεσης), και την εργασία περί του καθολικού (που για τον Χέγκελ σημαίνει κυρίως τις κρατικές υπηρεσίες) ως μια σχέση της έννοιας με τον εαυτό της (η νόηση ως εργασία και πρώτη ύλη του εαυτού της). Σημειώνει επιπλέον ότι η αγροτική εργασία αντιστοιχεί σε έναν οικιακό-συγγενικό τρόπο ζωής, η μεταποίηση, η βιομηχανία και το εμπόριο (και γενικά ο δευτερογενής τομέας) στην ''κοινωνία των ιδιωτών'' και το ''εξωτερικό αστικό κράτος'', και η διανοητική παραγωγή υπηρεσιών στο δεύτερο είδος Κράτους του Χέγκελ, την έλλογη Πολιτεία-στην εκδοχή του Μάρξ, η τρίτη διαλεκτική στιγμή δεν είναι άλλη από την παγκόσμια κοινωνικοποιημένη ανθρωπότητα, όπου έχουμε τη ''Γενική Διάνοια'' ως εργασία, αυτοσκοπό και γνωστικά θεμελιωμένη καλλιτεχνική δραστηριότητα της ανθρωπότητας πάνω στον εαυτό της. Η Φιλοσοφία της Ιστορίας του Χέγκελ, περισσότερο από την Φιλοσοφία του Δικαίου του, μας δίνει την ερμηνευτική δυνατότητα μιας ελευσόμενης παγκόσμιας κοινοπολιτείας στην οποία ενσαρκώνεται το διαμορφούμενο παγκόσμιο πνεύμα των λαών. Απέναντι στο φάντασμα αυτής της παγκόσμιας κοινοπολιτείας, που ξορκίζουν σήμερα οι άρχουσες τάξεις όπως ξόρκιζαν το φάντασμα του Κομμουνισμού, όλα τα έθνη-κράτη δεν είναι παρά μερικότητες και αναληθή ως προς την αυτονομία και αυτοθεμελίωσή τους-το ίδιο το γεγονός των πολεμικών ανταγωνισμών και των οικονομικών αλληλοεξαναγκασμών το αποδεικνύει καθημερινά.

Στη βάση των παραπάνω, και πολλών άλλων, μπαίνει ως πρωταρχικό συλλογικό καθήκον η ανακατασκευή του ιστορικού υλισμού των Μάρξ-Ένγκελς και της Φιλοσοφίας της Ιστορίας του Χέγκελ, λαμβάνοντας υπόψη τα σύγχρονα ανθρωπολογικά δεδομένα, στη βάση της διαλεκτικής μεθοδολογίας και υπό το φως των επιστημονικών επιτευγμάτων του 20ου αιώνα. 

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Παράλληλα θα πρέπει να γίνει εκκαθάριση του τραπεζικού τομέα σε δημόσια βάση ώστε να ξεκινήσει η παροχή πιστώσεων στον ιδιωτικό τομέα, ιδίως στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.






Η φράση του τίτλου προέρχεται από κείμενο οικονομολόγου στα αριστερά του Συριζα.Η αφήγηση είναι χοντρικά η εξής:

Μια κυβέρνηση της αριστεράς, μονομερώς διαγράφει το χρέος, αλλάζει τις διοικήσεις στις τράπεζες και οι πόροι που απελευθερόνονται που πάνε;

Μα προφανώς στον ιδιωτικό τομέα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις,

Γλώττα λανθάνουσα....

Από το κείμενο παραλείπονται νύξεις για δημόσιες επιχειρήσεις, ενδιάμεσες μορφές οικονομίας κλπ

Η βαθύτερη συναίνεση ala Ελληνικά, ως επίγραμμα  

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Δ.Μπελαντής: Επιλεκτική πολιτική χρήση των λέξεων και των εννοιών












Είναι φανερό ότι οι «συνιστώσες» της κυβέρνησης Σαμαρά εδώ και πολύ καιρό παίζουν με τη γλώσσα και επιχειρούν -χάριν της πολιτικής επικοινωνίας- να αλλάζουν διαρκώς τις παγιωμένες γλωσσικές χρήσεις των εννοιών. Από την εποχή που η κατάργηση των μνημονίων έγινε απεμπλοκή, απαγκίστρωση, προοπτική λήξης, έξοδος κ.λπ., έχουμε φτάσει σε μια κατάσταση όπου το «μνημόνιο» νοείται άλλοτε ως χρηματοδοτικό πρόγραμμα, άλλοτε ως νομικό και θεσμικό καθεστώς, άλλοτε ως η νομική εφαρμογή της δανειακής σύμβασης, άλλοτε ως ένα «κακό που τώρα πέρασε», άλλοτε ως η κακή μας η μοίρα.

Ο βομβαρδισμός των ανθρώπων καθημερινά, από την κυβέρνηση και τα φίλια προς αυτήν ΜΜΕ, από διαφορετικές, εναλλασσόμενες και συγκρουόμενες πολιτικά γλωσσικές χρήσεις των ίδιων λέξεων δεν είναι απλώς μια επικοινωνιακή κατάσταση αλλά ένας μηχανισμός εξουσίας και αδρανοποίησης, μαζικής χειραγώγησης, όπως θα έλεγε και ο Τσόμσκι. Με τον τρόπο αυτόν, η σύγχυση γενικεύεται και ο «κυρίαρχος» δεν είναι μόνον αυτός που κηρύσσει την «κατάσταση εξαίρεσης» αλλά και -κυρίως- εκείνος που ορίζει το πεδίο και τις τακτικές των λεκτικών παιγνίων, τη διαβαθμισμένη, συγχυτική, παραμορφωτική γλωσσική χρήση καθώς και τη χωρίς έλλογο πυρήνα μείξη και αμοιβαία ή αλληλοαποκλείουσα ακύρωση των διαφορετικών γλωσσικών χρήσεων μιας λέξης ή μιας κατάστασης. Οι λέξεις δεν σημαίνουν πλέον τίποτε ή σημαίνουν τα πάντα. Το νεκροζώντανο Μνημόνιο πέθανε, αλλά και θα υπάρχει για πάντα. Ο νεοφιλελευθερισμός αποσιωπάται πια από όλους, δεξιούς και αριστερούς, αλλά παραμένει η αποκλειστική ηγεμονική αστική στρατηγική στην Ε.Ε., τις ΗΠΑ και διεθνώς.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι καθόλου απέξω από τη γλωσσική κρίση, δεν είναι καθόλου άμοιρος πλέον αυτής της γλωσσικής σύγχυσης ως στρατηγικού μηχανισμού «απομόνωσης» και εξουσίασης. Η συνεχής και υποτροπιάζουσα τροποποίηση και παραλλαγμένη εφαρμογή μιας έννοιας (όπως ενδεικτικά η «διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους» που γίνεται «κούρεμα», «διαγραφή του μεγάλου μέρους» (δηλαδή πόσου; 20 ή 80 %;), «πάγωμα», «ακόμη και η επιμήκυνση δεν είναι κακή», ξαναγυρνά ως «η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους» κ.λπ.) εθίζει τους μεν πολιτικούς στην ανευθυνότητα και τον κυνισμό διά της λεγόμενης «δημιουργικής ασάφειας» («creative unclearness»), όπως δηλώθηκε και στην τελευταία Κ.Ε., σε ισχυρά δηλαδή «ναρκωτικά», τους δε εξουσιαζόμενους στη λογική «όλες οι εκφορές είναι άσχετες προς την πραγματικότητα», «άλλα λένε και άλλα θα κάνουν» ,«όλοι λένε ψέματα», «όλοι λένε τα ίδια», «ας ψηφίσουμε απλώς για να επιβιώσουμε», συμβάλλει δηλαδή στο γενικευμένο κυνισμό και στην πλήρη απομάγευση και απαξίωση της πολιτικής και της δημόσιας σφαίρας, στην απόλυτη ιδιωτικοποίηση της πολιτικής, η οποία είναι και η μητέρα όλων των ιδιωτικοποιήσεων του ύστερου καπιταλισμού.

Αυτό, αν συνεχιστεί για πολύ, δεν θα οδηγήσει στο επιθυμητό για εμάς βάθεμα της αστικής κρίσης πολιτικής εκπροσώπησης υπέρ των ριζοσπαστικών εναλλακτικών προτάσεων, αλλά στην ύστερη αστική επίλυσή της διά της πλήρους καταστροφής της δημόσιας σφαίρας και της ίδιας της δυνατότητας πραγματικής επικοινωνίας μεταξύ των μελών της κοινωνίας. Ο «τεχνοφασισμός» ή ορθότερα ο τεχνοολοκληρωτισμός, δεν είναι πολύ μακριά από μια τέτοια εξέλιξη. Και τότε η Χρυσή Αυλή θα ομοιάσει με ένα λούμπεν και βίαιο νηπιαγωγείο σε σχέση με τον νέο Λεβιάθαν, το τέρας που θα αναδυθεί σταδιακά από το κοινωνικό χάος και την καπιταλιστική κρίση. Βεβαίως, η «εξαιρετική» και οπορτουνιστική χρήση της πολιτικής γλώσσας, όπως και γενικότερα η γλώσσα σε κρίση, δεν αποτελεί πολιτιστικό πρόβλημα κατά το κόμμα μας, τα πολιτιστικά προβλήματα στην Ελλάδα, βλέπετε, είναι βασικώς «χρηματοδοτικά».
Όπως αναφέρει ο συγγραφέας Λιούις Κάρολ (Lewis Caroll) στο έργο του «Μέσα από τον καθρέφτη», που αποτελεί συνέχεια της «Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων» (παραπομπή σε Π. Όστερ «Η τριλογία της Νέας Υόρκης», Αθήνα 2014, Μεταίχμιο, σελ. 115 ):

«Όταν χρησιμοποιώ μια λέξη, είπε ο Χάμπτι Ντάμπτι με τόνο μάλλον επιτιμητικό, αυτή σημαίνει αυτό ακριβώς που διάλεξα να σημαίνει. Τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο. Το ερώτημα είναι, είπε η Αλίκη, αν μπορείς να κάνεις τις λέξεις να σημαίνουν τόσο πολλά διαφορετικά πράγματα. Το ερώτημα είναι, είπε ο Χαμπτι Ντάμπτι, ποιος θα είναι ο κυρίαρχος. Αυτό είναι όλο».

Το «σμιτιανό» επιχείρημα περί κυριαρχίας του Χάμπτι Ντάμπτι, πέρα από τη γλωσσική σύγχυση που επιφέρει ο εξουσιαστικός λόγος, αναφέρεται και σε μια άλλη σημαντική διάσταση, αυτήν της ετεροχρονισμένης και ασύμμετρης χρήσης των ιστορικών όρων του κομμουνιστικού κινήματος και γενικότερα της μαρξιστικής Αριστεράς για να υποδηλωθούν άλλα σημαινόμενα και να καλυφθούν σύγχρονες ανάγκες ριζικά άλλες των ιστορικών σημαινομένων.

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Γ.Τσαμουργκέλη : Οι τράπεζες, τα τεστ και η αναπαραγωγή του συστήματος








Του Γιάννη Τσαμουργκέλη
Οι πανηγυρισμοί για την κατάσταση των ελληνικών τραπεζών δεν συνάδουν με την κορυφαία κατάταξη τριών από τις τέσσερις, στη λίστα με τις προβληματικές ευρωπαϊκές τράπεζες. Κυρίως όμως δεν συνάδουν με την επτάχρονη ταλαιπωρία της οικονομίας, των επιχειρήσεων και των πολιτών.

Οι ελληνικές τράπεζες συμπτύχτηκαν βιαίως σε τέσσερις, ανακεφαλαιώθηκαν, αφέθηκαν ελεύθερες να προσδιορίσουν τον τρόπο εφαρμογής της ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής στη χώρα, παρά το γεγονός ότι η πλειοψηφία των μετοχών τους ανήκει στο δημόσιο. Ενισχύθηκαν με ιδιωτικά κεφάλαια με σκανδαλώδες κόστος για το δημόσιο που αποποιήθηκε κάθε δυνατότητας αποζημίωσης επί των απωλειών του. Ενισχύθηκαν περαιτέρω μέσω του προνομιακού αναβαλλόμενου φόρου. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ο εγκλωβισμός της οικονομίας σε συνθήκες καταρρέουσας ρευστότητας με ακριβό και μη προσβάσιμο χρήμα, που επιτείνει τα αδιέξοδα της λιτότητας βαθαίνοντας και επιμηκύνοντας την ύφεση. Το ότι βρέθηκαν τρεις εκ των τεσσάρων στη λίστα με τις προβληματικές είναι μια ακόμα απόδειξη της αποτυχίας της εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής που απλώς συμπληρώνει την εικόνα των λαθών.

Σε μια περίοδο κρίσης με τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ σε πτωτική πορεία, η διαφορά μεταξύ του μέσου επιτοκίου χορηγήσεων και του μέσου επιτοκίου καταθέσεων (επιτοκιακό περιθώριο), παρουσιάζει αύξηση από το Δεκέμβριο του 2013 μέχρι τον Αύγουστο του 2014 κατά 0,66 ποσοστιαίες μονάδες για τα νέα δάνεια και κατά 0,27 μονάδες για τα υφιστάμενα. Με άλλα λόγια τα κέρδη των τραπεζών αυξάνονται απορροφώντας ρευστότητα και εισοδήματα από την πραγματική οικονομία. Από την αρχή του χρόνου έχει «μεταφερθεί» από την πραγματική οικονομία στις τράπεζες ένα δισ. επιπλέον των κερδών που ήδη αποκόμιζαν. Τα επιτόκια χορηγήσεων συντηρούνται σε υψηλά επίπεδα τόσο σε σχέση με την πορεία των επιτοκίων καταθέσεων, όσο και με δεδομένο τον αρνητικό και επιδεινούμενο πληθωρισμό, διατηρώντας τις παραδόσεις του ελληνικού τραπεζικού συστήματος που καταγράφει σταθερά υψηλότερα περιθώρια σε όλη την ευρωζώνη από δημιουργίας της.

Ουσιαστικά οι τράπεζες με τα υψηλά επιτόκια χορηγήσεων όχι μόνο απορροφούν ρευστότητα και διαθέσιμο εισόδημα αλλά συντηρούν τους όρους απαξίας των περιουσιακών στοιχείων (σπίτια, οικόπεδα, εργοστάσια κλπ), ενώ δυσχεραίνουν τις επενδύσεις. Ενδεικτική είναι η συνεχιζόμενη μείωση των δανείων προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά με μια μικρή θετική ανάκαμψη (0,9%), αποκλειστικά στο τομέα των δανείων προς τους ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και τις προσωπικές επιχειρήσεις.

Επιπλέον, δυσχεραίνουν τους όρους πληρωμής των προβληματικών δανείων ενώ συντείνουν στη δημιουργία νέων καθώς εξωθούν ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις σε πτωχεύσεις και ρυθμίσεις. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου που στην Συγκεντρωτική Έκθεση για τη Συνολική Αξιολόγηση των συστημικών τραπεζών της ΕΚΤ, επισημαίνεται το δυναμικό στοιχείο των «κόκκινων» δανείων που υποχρεώνει σε συνεχείς αναθεωρήσεις της αξίας του ενεργητικού των τραπεζών όσο και των εκάστοτε κεφαλαιακών αναγκών τους, λόγω νέων προβλέψεων για ζημίες που θα πρέπει να σχηματίζουν. Η πολιτική των υψηλών επιτοκίων χορηγήσεων στρεβλώνει την ίδια την αγορά καθώς ενισχύει την επιχειρηματικότητα που είναι αποφασισμένη ναν αναλάβει υψηλό κίνδυνο, ικανό να ανταπεξέλθει στα υψηλά επιτόκια και τα σχετικά κόστη προσελκύοντας αντίστοιχα «υψηλού κινδύνου» επιχειρηματίες. Τέλος, τα υψηλά επιτόκια τροφοδοτούν την κοινωνική ανισότητα καθώς στερούν τη χρηματοδότηση από τις ελληνικές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που υποκαθίστανται στην αγορά από μεγάλες με πρόσβαση σε διεθνή και φθηνή χρηματοδότηση, με κατάληξη τη συγκεντροποίηση και ολιγοπωλιακή διάρθρωση των αγορών.

Η πολιτική προτεραιότητα της «σωτηρίας» των τραπεζών ώστε να σύρουν το άρμα της ανάκαμψης, τις έχει μετατρέψεις σε συρόμενα από τους πολίτες και τις επιχειρήσεις που ως φορολογούμενοι τις ενισχύουν κεφαλαιακά και ως δανειοδοτούμενοι τις αιμοδοτούν μέσω των υψηλών επιτοκίων.

Ο έλεγχος των τραπεζών με την πρόσφατη αξιολόγηση της ΕΚΤ παρουσιάζονται θετικές καθώς απαιτούνταιπλέον, μικρές κεφαλαιακές συμπληρώσεις. Η κυβέρνηση εκτιμά τα αποτελέσματα αυτά ως εφαλτήριο μιας νέας περιόδου όπου οι τράπεζες θα προσέλθουν παρέχοντας ρευστότητα και στηρίζοντα τις επενδύσεις. Είθε! Πάντως, μέχρι στιγμής απολύτως καμία τράπεζα δεν έχει αυξήσει τις χορηγήσεις της παρά το γεγονός ότι οι σχετικές αυξήσεις κεφαλαίου που απάλυναν το κεφαλαιακό πρόβλημα έχουν γίνει από καιρό.

Αλλά ακόμα και όταν έλθει η πολυπόθητη στιγμή της ανάκαμψης των χορηγήσεων, το επιχειρηματικό σκηνικόστο οποίο θα αποταθούν συναπαρτίζεται πλέον από ελάχιστες επιβιώσασες επιχειρήσεις, συγκεντροποίηση των αγορών σε ολιγοπωλιακέςεπιχειρηματικές διατάξεις, όξυνση της άνισης κατανομής του πλούτου… Το κακό έχει γίνει ενώ το παρελθόν επανέρχεται ως πρότυπο κατεύθυνσης με οδηγό την ανάκαμψη της χρηματοδότησης από τις 4 συστημικές τράπεζες και υπό το πολιτικό πλαίσιο του ίδιου πελατειακού συστήματος. Οι πανηγυρισμοί της κυβερνητικής πλειοψηφίας είναι απόλυτα δικαιολογημένες. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις η υπέρβαση της κρίσης αφήνει αλώβητο το πελατειακό πολιτικό σύστημα και τα ιεραρχημένα επιχειρηματικά συμφέροντα. Κυρίαρχο και ολιγαρχικά ενισχυμένο. Όπως επίσης είναι απόλυτα δικαιολογημένη και η προθυμία της κυβέρνησης να μεταβιβάσει τάχιστα τις μετοχές που κατέχει το δημόσιο σε ιδιώτες έτσι ώστε να «κλειδώσει» την αναπαραγωγή του συστήματος, καταργώντας μέσω της ιδιωτικοποίησης κάθε δυνατότητα ελέγχου της νομισματικής πολιτικής σε ένα συγκροτημένο και συντονισμένο πλαίσιο υπέρβασης της κρίσης.

Η αλλαγή αυτών των κατευθύνσεων απαιτούν αλλαγή πολιτικής άμεσα. Χρειάζεται πολιτική παρέμβαση της κυβέρνησης στις διοικήσεις των τραπεζών με προτεραιότητα τη δραστική μείωση των επιτοκίων χορηγήσεων και τονπεριορισμότου επιτοκιακού περιθωρίου. Η πολιτική αυτή συνειδητά θα περιορίσει τα κέρδη των τραπεζών από τη διαφορά επιτοκίων. Ωστόσο θα αυξήσει το διαθέσιμο εισόδημα της οικονομίας και θα ενισχύσει τη ζήτηση αλλά και τις αξίες των περιουσιών και περαιτέρω τον κύκλο εργασιών και την αξία των ενεργητικού των ίδιων των τραπεζών. Παράλληλα θα ανακόψει το ρυθμό πτωχεύσεων και ρυθμίσεων δανείων και άρα την ανάγκη σχηματισμού προβλέψεων υποστηρίζοντας την αύξηση της κερδοφορίας των τραπεζών μέσω της αύξησης των εργασιών τους αλλά και τη διαρθρωτική εξυγίανση του χαρτοφυλακίου. Μόνο που πλέον όλα αυτά θα εδράζονται σε μια ισχυρή και όχι απισχνασμένηπραγματική οικονομία.Μια οικονομία ζωντανή και δραστήρια ικανή να απορροφήσει και να υποστηρίξει μεταρρυθμίσεις αλλά και να ανεχθεί τα βάρη μιας αναγκαίας, τίμιας και κοινωνικά δίκαιης δημοσιονομικής προσαρμογής.

Κυρίως όμως η μείωση τωνεπιτοκίων χορηγήσεων θα αποτελέσει μοχλό υγιούς επιχειρηματικότητας, δημιουργίας νέων επιχειρήσεων και εξυγίανσης πολλών εκ των υφιστάμενων που αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο λειτουργίας του ανταγωνισμού και πλαίσιο ίσων ευκαιριών για όλους. Επιτέλους, οι τράπεζες πρέπει να γίνουν ο μοχλός για την αλλαγή και όχι για τη συντήρηση και ενίσχυση του οικονομικού συστήματος ιεραρχημένων επιχειρηματικών συμφερόντων.

Τέλος, καταλύτης μιας νέας πορείας είναι η αλλαγή του τραπεζικού σκηνικού με την άρση των εμποδίων εισόδου και εξόδου από την τραπεζική αγορά. Χρειάζονται πολλές τράπεζες, μικρές, μεγάλες, τοπικές και περιφερειακές, ιδιωτικές και συνεταιριστικές. Μόνον έτσι το χρήμα θα προσφέρεται με ανταγωνιστικού όρους και θα γίνει εξίσου προσβάσιμο σε όλους και το τραπεζικό σύστημα θα αναδειχθεί πυλώνας μιας πραγματικά νέας συστημικήςαναδιάταξης στο τρόπο λειτουργίας της οικονομίας.
* Ο κ. Γιάννης Τσαμουργκέλης διδάσκει διεθνή οικονομικά στο παν/μιο του Αιγαίου


Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Γ.Δροσος.Σημειώσεις για μια μεταβατική στιγμή




Πηγή:Μεταρρύθμιση


Όλα δείχνουν ότι σιγά-σιγά πηγάινουμε σε μία μετα-κρίση συνθήκη. Δεν φθάσαμε, πηγαίνουμε: η πρόσφατη απότομη αύξηση των ελληνικών spreads που προκλήθηκε εν πολλοίς από το περιεχόμενο που έλαβε η πολιτική αντιπαράθεση τις προηγούμενες μέρες θύμισε, μάλλον άγρια, σε όλους μας ότι η κρίση, και η οικονομική εξάρτηση που συνεπάγεται, είναι ακόμη εδώ. Βρισκόμαστε όμως ήδη πολύ μακριά από την αρχική της ένταση και μορφή.

Στην πολύ και πολλαπλά δύσκολη προσπάθεια να αποφύγει η Ελλάδα την περιέλευση εκτός από την ουσιαστική και σε τυπική χρεοκοπία και να αναγκασθεί σε έξοδο από το ευρώ, συνέβαλαν η υπομονή της ελληνικής κοινωνίας και οι αντοχές της και η εκλογική πονηρία του ελληνικού λαού. Συνέβαλαν όμως, με τους τρόπους, τα λάθη, τις παλινωδίες, τα πρόσωπα, αλλά και την αποφασιστικότητά τους σε κρίσιμες στην πορεία της περασμένη πενταετίας στιγμές ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Βαγγέλης Βενιζέλος και το ΠΑΣΟΚ, ο Αντώνης Σαμαράς και η Νέα Δημοκρατία, ο Γιώργος Καρατζαφέρης και ο ΛΑΟΣ και βεβαίως, καθοριστικά ιδίως για τους αποφασιστικούς πρώτους μήνες μετά τις εκλογές που έγιναν την οξύτερη στιγμή της κρίσης, ο Φώτης Κουβέλης και η ΔΗΜΑΡ.

Από τις μείζονες δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις μία δεν μετέσχε: ο ΣΥΡΙΖΑ. Επέλεξε και κατάφερε να εκφράσει την οργή, χωρίς να επιχειρήσει να την μεταφράσει σε δημιουργία. Και πολλά πράγματα τα μετρήσαν λάθος. Θυμάμαι έναν συνάδελφό μου από την Θεσσαλονίκη να προβλέπει ότι ο χειμώνας 2011-2012 θα είναι χειρότερος από εκείνον του1941-1942. Έπεσε έξω –και μάλιστα ο ίδιος πρέπει να πάχυνε λίγο εκείνον τον χειμώνα. Πάντως η κρίση τελικώς δεν τον έβλαψε, βγήκε, νομίζω, ευρωβουλευτής.

***

Δεν βγήκε ακόμη η χώρα οριστικά από την κρίση, δεν βρίσκεται όμως πια μέσα σε μια κρίση με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του 2010-2012 ή και του 2013. Αυτό ίσως εξηγεί ότι παράλληλα με τις τελευταίες δέσμες μνημονιακών μέτρων, τις συνδεδεμένες με τις τελευταίες συμφωνημένες δόσεις χρηματοοικονομικής στήριξης, η σημερινή κυβερνητική πολιτική δημιουργεί μια νέα οικονομική και πολιτική συνθήκη που κινείται προς κατευθύνσεις που δεν μπορούν να επιτύχουν ούτε την παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας ούτε τις αναγκαίες βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές στο κράτος και στην κοινωνία. Με έντονη πολιτική ιδιοτέλεια, με συγκροτούμενα με ταχύτητα νέα δίκτυα διαπλοκής (συχνά σε σύμπραξη με σκοτεινά, πλην ισχυρότατα κέντρα κυβερνητικής εξουσίας) η κυβερνητική πολιτική θεμελιώνεται στον συνδυασμό μιας διαρκούς λιτότητας με έναν εντεινόμενο αυταρχισμό. Η πολιτική αυτή διαμορφώνει σταδιακά –αλλά δεν έχει ακόμη εδραιώσει- μια Ελλάδα στην οποία ούτε ανάπτυξη χωρά, ούτε ανάταση, και πάντως την Ελλάδα δεν θέλουμε, διατηρώντας τις δημοκρατικές κατακτήσεις της μεταπολίτευσης, να αντικαταστήσει την Ελλάδα της μπαταχτσίδικης ευμάρειας, των άδειων λόγων και των λαμπερών τίποτα. Αυτήν την πορεία η ελληνική κοινωνία και πολιτική μπορεί να την σταματήσει –δεν είναι βέβαιο ότι θα την σταματήσει, βέβαιο είναι ότι έχει τη δυνατότητα να την σταματήσει.

Με ποιο πολιτικό πρόγραμμα άραγε; Πέρα από την αποδοχή ότι η παραμονή μας στην κοινοτική Ευρώπη και στο ευρώ είναι σήμερα όχι απλώς μία από τις εναλλακτικές πολιτικές επιλογές αλλά θεμελιώδες στοιχείο της εθνικής και κοινωνικής μας ταυτότητας και ότι η όλη στρατηγική της λιτότητας είναι αδιέξοδη και πάντως όχι η κατάλληλη για την ανάπτυξη της χώρας μας βαριέμαι να μετάσχω σε μεγαλύτερη προγραμματική συζήτηση, άλλωστε πάνω-κάτω όλα έχουν λεχθεί, κι ακόμη περισσότερα. Μια έμμεση παρατήρηση μόνο: σε έναν αρχαίο ελληνικό μύθο εμφανίζεται μία από τις ερωμένες του Δία να ζητά να τον δει σε όλη την θεϊκή του λάμψη. Το βλέπει και μέσα στο φως του καίγεται. Η ελληνική κοινωνική συντήρηση από ένστικτο, η ελληνική πολιτική τάξη από πονηρία θέλει να μη δει αλήθειες, γιατί θα καεί. Μια Αριστερά άξια του ονόματός της, μια οποιασδήποτε ονομασίας άξια του ονόματός της δύναμη ανατροπής και δημιουργίας, πρέπει να μπορεί να δει την αλήθεια χωρίς να καεί και χωρίς να κάψει. Θα τα καταφέρει;

***

Το προηγούμενο συνέδριο της ΔΗΜΑΡ αποτίμησε την έξοδό της από την κυβέρνηση, έτσι δεν επανέρχομαι στο θέμα αυτό. Την συμμετοχή της πάντως μας εκεί η ΔΗΜΑΡ πρέπει να την προβάλλει ως τίτλο τιμής, γιατί τίτλος τιμής είναι –όχι σαν δικαιολογείται. Και μια λεπτομέρεια. Το περίφημο 4-2-1 ήταν σωστό, εντελώς σωστό (προσωπικά θα προτιμούσα 5-3-2, αλλά και το 4-2-1 δεν ήταν άσχημο). Το κράτος και οι δημόσιοι οργανισμοί διοικούνται πολιτικά, και όποιος δεν το αναγνωρίζει ή φαρισαίος είναι (αν ξέρει) ή αφελής, βαθιά αφελής. Το πώς αξιοποιήθηκε το ”1” από το 4-2-1 είναι βέβαια εντελώς διαφορετικό θέμα, όπως και το αν αξιοποιήθηκε πλήρως ή έστω επαρκώς η δυναμική που παρέχει η συμμετοχή στην κυβέρνηση είναι και αυτό άλλο θέμα. Και είναι προς μεγάλη τιμή του στελέχους της ΔΗΜΑΡ που είχε την κύρια ευθύνη του συντονισμού της κυβερνητικής της συμμετοχής ότι αναγνώρισε δημόσια λάθη και ανεπάρκειες, και της δικής του εκεί προσωπικής πράξης.

***

Τις υπαρξιακού βάθους πολιτικές δυσκολίες που περνά η ΔΗΜΑΡ μετά την εκλογική της συντριβή στις ευρωεκλογές, κυρίως όμως με την βαθιά διαίρεση στις τάξεις της, που εντάθηκε πριν τις ευρωεκλογές και οδήγησε, μετά από αυτές, στην αποχώρηση πολύ μεγάλου αριθμού μελών, προβεβλημένων στελεχών και βουλευτών τις περνούν και θα τις περάσουν και οι άλλοι του λεγόμενου ”χώρου”. Τις δοκίμασαν οι 58 όταν άλλαξε ο τρόπος εκλογής των ευρωβουλευτών, τις περνά ήδη το ΠΑΣΟΚ και αν περιμείνουμε λίγο το συνέδριο (του ΠΑΣΟΚ; κάποιου άλλου όπου και το ΠΑΣΟΚ;) θα τις δούμε να εκδηλώνονται με ακόμη μεγαλύτερη οξύτητα. Και με χυδαιότητα: όσοι και όσο μένουν στο ΠΑΣΟΚ είναι άμεμπτοι. Κάθε διαφωνία, απόκλιση, αμφιβολία, άλλη πρωτοβουλία διασύρεται, προσβάλλεται, μηδενίζεται. Όσοι (όπως οι 200 ή οι 75 ή οι 4.000 ή όσοι άλλοι) φεύγουν ή αμφισβητούν είναι άτιμοι, ιδιοτελείς και γενικώς ανάξια λόγου υποκείμενα. Και χωρίς να θέλω να γίνω μάντης κακών, ας περιμένουμε λίγο καιρό να δούμε και τι χρώμα θάχουν τα νερά μέσα στο Ποτάμι…. .

Η χειρότερη απόδειξη της κρίσης αυτού του χώρου είναι, νομίζω, ότι η πολιτική δυσκολία του πράγματος μετατρέπεται κατά κύριο λόγο σε καταγγελία δήθεν, ή και πραγματικών, προσωπικών ανεπαρκειών και, κατά βάση αναλώνεται εκεί.

Η μετακύλιση της πολιτικής δυσκολίας σε θέμα προσώπων εκδηλώνεται με μία γενικευμένη καταγγελτική απαξίωση των προσώπων. Στην απαξίωση αυτή πρωταγωνιστούν κυρίως κύκλοι των τέως 58 (εκ των εντός και εκτός ΠΑΣΟΚ τέως 58). Όχι όλα τα προβεβλημένα στελέχη τους, όχι πάντα με τον γραφικό τρόπο μερικών αξιοθρήνητων περιπτώσεων, αλλά από αρκετούς και με αρκετή συνέπεια ώστε να έχει δημιουργηθεί ένα κλίμα, μια μόδα σχεδόν γενικευμένης απαξίωσης όσων σήμερα εκφράζονται από την ΔΗΜΑΡ. Η μόδα αυτή εκδηλώνεται ηλεκτρονικά, έντυπα, τηλεοπτικά, προφορικά στις παρέες μας: χλεύη συνεχής, εξυπναδίτσες, «ο μπαρμπα-Φώτης», συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ, συγκατάβαση, ξανά εξυπναδίτσες και χιουμοράκι, το πώς ντυνόμαστε, το πώς φερόμαστε, το πώς είμαστε ένα τίποτα και δεν το ξέρουμε, και περιφρόνηση και ξανά περιφρόνηση όλων όσων δεν παρακολουθούμε την δημιουργική ανάταση του ΠΑΣΟΚ, της Εληάς, των 58, των 29/58, της Δημοκρατικής Παράταξης κ.λπ., κ.λπ. «Πολιτικούς τυχοδιώκτες» αποκάλεσε ο κ. Βενιζέλος όσους από το ΠΑΣΟΚ πήγαν στον ΣΥΡΙΖΑ και στην ΔΗΜΑΡ. Δηλαδή από τα περίπου δύο εκατομμύρια ψηφοφόρων που εγκατέλειψαν το κάποτε κραταιό ΠΑΣΟΚ του 40-45% δεν είναι πολιτικοί τυχοδιώκτες μόνο όσοι ολίγοι τούμειναν και όσοι έφυγαν προς την Νέα Δημοκρατία ή την Χρυσή Αυγή… . «Πολιτικό παράσιτο» απεκάλεσε την ΔΗΜΑΡ ο κ. Βενιζέλος, πράγμα που δεν τον εμπόδισε να είναι έτοιμος να αποδεχτεί, μέχρι πρόσφατα, το αρχιπαράσιτο, τον κ. Κουβέλη, ως αρχηγό του κράτους. Λες και η προσπάθειά τους συγκεντρώνει μόνο και όλους τους ευφυείς, διορατικούς, ανιδιοτελείς και έντιμους και όλοι οι άλλοι είμαστε βρώμικοι, βλάκες, φανατικοί, φτηνοί οπορτουνιστές, ιδιοτελείς, γενικώς σκουπίδια. Τότε προς ποιόν οι προσκλήσεις τους (για όσο υπήρχαν);

Είναι προφανές ότι θα μπορούσα να τους επέστρεφα τα ίδια, ότι είναι συνιστώσες του φασιστικής υφής Φαήλου, ότι είναι θεόστραβοι ή και συμφεροντολόγοι όταν δεν βλέπουν ένα ταχύτατα διαμορφωνόμενο νέο δίκτυο οικονομικο-πολιτικών σχέσεων γύρω από τα σκληρά κέντρα της σημερινής κυβερνητικής εξουσίας, ότι είναι κότες λυράτες όταν βρίσκονται μπροστά στους συνεχείς θεσμικούς τραμπουκισμούς μιας παρέας από το Μαξίμου κ.λπ. κλ.π. Όχι, δεν είναι κότες λυράτες. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι άνθρωποι με προσωπική εντιμότητα, με παρουσία στα δημόσια πράγματα και πραγματική αγωνία για αυτά, σε βαθειά απογοήτευση όμως, και σε υπαρξιακό πολιτικό αδιέξοδο. Τον χαρακτηριστικό τόνο ανάμεσά τους τον δίνουν, τελικά, άνθρωποι απελπισμένοι πολιτικά, χωρίς, κατά κανόνα, την ιδεολογική ή ψυχική αντοχή να διαχειριστούν την φυσιολογική –έτσι που ήρθαν τα πράγματα- πλην και προσωπικά επώδυνη κρίση του χώρου τους. Και ο τόνος αυτός θέλει το όλο θέμα τελικά να περιορίζεται στην γενικευμένη απαξίωση προσώπων και στην απόλυτη απόρριψη όλων των απόψεων, αμφιβολιών, προθέσεων, φόβων ή προσδοκιών και προσώπων –των άλλων βεβαίως, γιατί το δικό μας πρόσωπο είναι πάντοτε το άσπιλο και ορθοφρονεί. Ως εάν ήταν αν τα πρόσωπα επαρκή, θα ήταν και τα πράγματα εύκολα. Όμως δεν θα ήταν.

Στο σημείο αυτό δυο λέξεις για κάτι που μου θύμισε η κριτική του φίλου απ΄ τα παληά και καλού συνάδελφου Γιάννη Πανούση στον Κουβέλη και το όλο σχετικό διάβημα της κοινοβουλευτικής ομάδας της ΔΗΜΑΡ. ”Κάποτε τράβηξα το λάζο/ (το συλλογιέμαι και στενάζω)/με το μανίκι το γαλάζο/ να μαχαιρώσω το Τζανή/ τον άντρα της Κωνσταντινιάς/ μα σκόνταψα σ΄ ένα σκαμνί/ κι έτσι δεν έγινα φονιάς.” Βάρναλης, βεβαίως, από τον «Καλό πολίτη», ποίημα του 1927.

Αλήθεια, αν η κρίση δεν ξεπεραστεί, ή αν ξεπεραστεί κάπως ως ελληνική αλλά επανέλθει, αγριότερα, ως ευρωπαϊκή, τι θα εμποδίσει να γίνουν αυτοί οι αλληλοτροφοδοτούμενοι φανατισμοί πάλη χωρίς αρχές και χωρίς άλλο τέλος πλην του τέλους όλων όσων μετέχουν σε αυτήν ο τρόπος διεξαγωγής συνολικά της πολιτικής ζωής συνολικά στη χώρα; Τι θα εμποδίσει να εδραιωθεί αυτή η διεξαγωγή γενικευμένων μικρών πολιτικών πολέμων όλων εναντίον όλων, και να επεκταθεί από τον ένα πολιτικό χώρο όπου σήμερα εκτυλίσσεται παντού, και να περάσει σαν αποδεκτός τρόπος για όλους τους χώρους και όλη τη χώρα; Και αν γίνει αυτό, τι θα έχει απομείνει από το ιστορικά αποδεδειγμένο κύρος της δημοκρατίας ως ισχυρού πολιτεύματος; Και αν δεν έχει απομείνει τίποτα, τι θα εμποδίσει την ανάδειξη καταστάσεων που, στην ουσία τους και τηρουμένων πολλών αναλογιών, διαβάζουμε στα Κερκυραϊκά του Θουκυδίδη; Και αν συμβεί και αυτό, τι θα εμποδίσει το απολύτως εύλογο –τότε- αίτημα για αυταρχισμό, για έναν ισχυρό άνδρα που θα το επιβάλλει; Και ποια είναι η ελληνική εμπειρία από αυτους τους αυταρχισμούς; Γνωρίζω ότι οδήγησα τον συλλογισμό μου αυτόν στα άκρα, όμως και χωρίς να φθάσουν τα πράγματα στα άκρα, σε κακό δρόμο κινούνται.

***

Πρέπει να αποτρέψουμε, όσο ακόμη γίνεται, την συστηματική απαξίωση των ανθρώπων και των απόψεων του ευρύτερου χώρου μας. Τουλάχιστον αυτού. Η δική μου συμβολή (μικρή, ελάχιστη συμβολή –έχω συναίσθηση των μεγεθών) στην αποτροπή αυτή είναι η και εδώ δημόσια κατάθεση του σεβασμού μου στις αγωνίες και στις προσπάθειες όλων όσοι προσπαθούν έναν δημοκρατικό και προοδευτικό δρόμο και βηματισμό. Ειδικότερα, καταθέτω τον σεβασμό μου στις αγωνίες των στελεχών που αποχώρησαν πρόσφατα από την ΔΗΜΑΡ και είμαι έτοιμος να διδαχθώ από την πείρα που θα αποκτήσουν –στις αγωνίες τους πάντως καταθέτω τον σεβασμό μου, όχι στις επιλογές τους. Αυτά δεν τα κάνω από μεγαλοψυχία (δεν ξέρω πόση διαθέτω, άλλωστε) ούτε από διάθεση συγχώρησης για τις γενικευμένες απαξιώσεις που πιάνουν και εμένα. Είναι θέμα ψυχρού υπολογισμού και μόνο: ”άνδρες η πόλις” –δηλαδή η πολιτεία είναι οι άνθρωποί της: δυστυχώς, μέχρι να μας αντικαταστήσει κάποιος άλλος και κάτι άλλο καλύτερο, χρειαζόμαστε όλοι.

***

Τούτων λεχθέντων, έχω τη γνώμη ότι η συμμετοχή της ΔΗΜΑΡ στις διεργασίες του χώρου περί το ΠΑΣΟΚ δεν έχει σήμερα νόημα. Βρίσκονται σε βαθύτερη κρίση από την ΔΗΜΑΡ, και αυτή ήδη εκδηλώνεται με άσχημους τρόπους. Εκτιμώ ότι κατά τον προσεχή χρόνο θα επιτείνεται, θα την επιτείνει και το Ποτάμι. Δεν είναι μόνον κρίση προσώπων, είναι βαθύτερη κρίση ιδεολογικής και πολιτικής ταυτότητας. Εύλογη, επαναλαμβάνω, και ως παράδειγμα όχι ιστορικά πρωτοφανής. Είναι κανόνας ότι όταν εξαντλείται η προωθητική δύναμη ενός μεγάλου πολιτικού ρεύματος αυτό περνά κρίση. Το πώς θα την αντιμετωπίσουν οι επίγονοι ήταν πάντα το καίριο θέμα, όχι το εάν ο άλλοτε κραταιός χώρος θα περιπέσει στην δίνη της –και από αυτή τη σκοπιά ο χώρος περί το ΠΑΣΟΚ δεν τα καταφέρνει και τόσο καλά.

Ταυτόχρονα είναι ένας δημοκρατικά αφερέγγυος χώρος: όσο κάθε διαφωνία (ακόμα και οι εσωτερικές διαφωνίες) αντιμετωπίζεται με υβρεολόγιο, πατόκορφα από τον μικρότερο ηρακλειδέα μέχρι και τις κορυφές, στον χώρο αυτό δεν υπάρχουν συνομιλητές. Αν βρουν κάποιο βηματισμό και αν αποκτήσουν την ικανότητα του συνομιλείν, θα βρουν και συνομιλητές.

***

Μένει ο ΣΥΡΙΖΑ. Απών από το δυσκολότερο μέρος της προσπάθειας, ο ΣΥΡΙΖΑ πιστώθηκε και πιστώνεται εκλογικά το πολιτικό κόστος που κατέβαλε κυρίως το ΠΑΣΟΚ με την κυβερνητική συμμετοχή του από το 2009 μέχρι σήμερα. Απέτυχε όμως απέτυχε σε όλους τους μείζονες στόχους πολιτικής που έθεσε: δεν απέτρεψε ούτε την ψήφιση των μνημονίων ούτε την εφαρμογή τους. Δεν δημιούργησε ισχυρό κοινωνικό κίνημα αμφισβήτησης και ματαίωσης στην πράξη ούτε καν δευτερευουσών πλευρών της κυβερνητικής πολιτικής – η ”κινηματική” του διάσταση περιορίσθηκε στην υποδοχή συνδικαλιστικών στελεχών από το καταρρέον ΠΑΣΟΚ. Δεν έριξε την κυβέρνηση –αν πέσει τον Φεβρουάριο, αυτό θα γίνει για συνταγματικούς λόγους, όχι επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ έχει την πολιτική ισχύ να την ανατρέψει. Δεν δημιούργησε, ούτε φαίνεται να δημιουργεί δυναμική αυτοδύναμης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Δεν φαίνεται να έχει αποκτήσει την αναγκαία για την άσκηση κυβερνητικής πολιτικής εσωτερική πυγμή και συνοχή.

Έχασε όμως παντού ο ΣΥΡΙΖΑ; Όχι. Ο ΣΥΡΙΖΑ συγκρότησε την οργή και την απογοήτευση σε ισχυρό, ισχυρότατο πολιτικό και εκλογικό ρεύμα με κυβερνητική προοπτική.

Το στοίχημα της Αριστεράς –το δικό μας στοίχημα- ήταν πάντοτε και είναι και τώρα να μετατρέψει την οργή σε δύναμη, την δύναμη σε εξουσία και την εξουσία σε πρόοδο. Ο ΣΥΡΙΖΑ περνά, όπως όλη η ελληνική κοινωνία, μία βίαιη προσαρμογή. ”Βίαιη προσαρμογή” ήταν ακριβώς η διατύπωση που χρησιμοποίησε στο 2ο Συνέδριο της ΔΗΜΑΡ ο εκπρόσωπός του. Ο ΣΥΡΙΖΑ εκπέμπει ένα λόγο ισχύος και βεβαιότητας, άλλοτε αυτάρεσκα, άλλοτε εκνευριστικά, κάποτε ολίγον γραφικά, με τρόπο που προκαλεί θυμηδία. Πίσω από τα λόγια αυτά όμως, με πολλά μηνύματα, ο ΣΥΡΙΖΑ ζητά σήμερα συνεργασία και βοήθεια -από παντού και από όλους. Ας μείνω σε μία φράση του χαιρετισμού του Γραμματέα του στο 3ο Συνέδριο της ΔΗΜΑΡ: ”Δεν μπορούμε να συνεργασθούμε και δεν θα συνεργασθούμε με τον κ. Βενιζέλο και τους παρατρεχάμενούς του” μας είπε. Χωρίς τον κ. Βενιζέλο; Από παντού ζητά βοήθεια ο ΣΥΡΙΖΑ, κι απ΄ τον Θεό τον ίδιο, και καλά κάνει.

Και νομίζω ότι αξίζει να του προσφερθεί –όχι τυφλά, όχι σε ο,τιδήποτε, αλλά να του προσφερθεί. Ποιος έχει συμφέρον να εξανεμισθεί στα εξ ων συνετέθη η εκλογική και κοινοβουλευτική δυναμική που συγκροτήθηκε με αναφορά στην Αριστερά –και στην δική μας Αριστερά; Ασφαλώς όχι οι εργαζόμενοι, όχι η χώρα, όχι η πατρίδα (επ΄ ευκαιρία και παρενθετικά: από πού κι ως που, εμείς, παιδιά και εγγόνια του ΕΛΑΣ για την Ελλάδα χαρίζουμε, έτσι εύκολα, έτσι επιπόλαια, το έθνος και την πατρίδα στην Δεξιά, και μάλιστα και στα παιδιά και εγγόνια των ταγματασφαλιτών. Ποιος ηλίθιος εγκέφαλος το επέτρεψε ή το καλλιέργησε;). Αν κάποιος κερδίσει από την στρατηγική διάλυση της πολιτικής δυναμικής που συγκροτήθηκε ως ΣΥΡΙΖΑ αυτός δεν είναι η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή της δεκαετίας του ’70 αλλά ένας σκληρός πυρήνας αδίστακτων ακροδεξιών γύρω από το Μαξίμου. Τα ξαδέρφια του Μπαλτάκου θα είναι, όχι οι διάδοχοι του Γεωργίου Ράλλη.

Η μετεκλογική κατάσταση θα είναι τόσο ”αντιμνημονιακή” όσο ήταν ”αντινατοϊκή” η κατάργηση της βάσης της Νέας Μάκρης τότε από τον Ανδρέα. Η μετεκλογική κατάσταση θα επιβάλλει – ήδη άρχισε να επιβάλλει- τις δικές της δυναμικές, και υπάρχει κάθε λόγος για να μετέχει δημιουργικά σε αυτήν το δημοκρατικό πολιτικό ρεύμα που συγκροτήθηκε στην οργή και στην άρνηση, αλλά που, για τον λόγο αυτό, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο πολιτικό ρεύμα, φέρει την ευθύνη να μετατρέψει την οργή και την άρνηση που τον έθρεψε σε δημιουργό δύναμη μιας καλής πορείας της ελληνικής κοινωνίας στις μετα-κρίση συνθήκες. Κι εδώ είν΄ τα δύσκολα.

Όποιος νομίζει ότι τα παραπάνω σημαίνουν προσχώρηση στον ΣΥΡΙΖΑ, και μάλιστα σε έναν στατικό και όχι ραγδαία μεταβαλλόμενο ΣΥΡΙΖΑ κάνει λάθος. Σημαίνουν όμως αναγνώριση ότι η προσπάθεια που αναπτύσσεται μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ ώστε να ανταποκριθεί στις εντάσεις της βίαιης προσαρμογής του είναι γνήσια. Δεν σημαίνουν ότι η συνάντηση του ΣΥΡΙΖΑ με την ιστορία θα γίνει τελικά, ή ότι αν γίνει θα είναι μια χαρούμενη συνάντηση. Δεν σημαίνουν βεβαίως ούτε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι καλός άμα γίνει σαν κι εμάς: στο κάτω-κάτω της γραφής εμάς έριξε στις παρυφές του περιθωρίου το εκλογικό σώμα, όχι αυτούς. Ούτε σημαίνουν όμως ότι αν εμείς γίνουμε σαν τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ θα είναι όλα καλά, αφού ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ, παρ΄ όλη τη δύναμη και την δυναμική του, βρίσκεται σε μπροστά σε στρατηγικά διλήμματα που δεν μπορεί να λύσει μόνος. Σημαίνουν όμως σε κάθε περίπτωση συζητήσεις με τον ΣΥΡΙΖΑ, ειλικρινείς συζητήσεις, έντονη κριτική, αλλά έντιμη, και πάντως δεν προεξοφλούν ούτε συμφωνία ούτε συνεργασία. Η δική μου προσδοκία είναι να προκύψει μια δημιουργική σύνθεση από την επικοινωνία εκείνου του τμήματος της Αριστεράς που πήρε πάνω του βάρος αποφάσεων για την δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας με εκείνο που πήρε πάνω του τα οφέλη από την οργή που προκάλεσαν οι αποφάσεις αυτές.

Θα πετύχει η προσπάθεια; Δεν είναι καθόλου, μα καθόλου βέβαιο. Η προσπάθεια όμως αξίζει διότι αν εμείς δεν πετύχουμε, σίγουρα άλλοι θα πετύχουν, και αυτά που θα πετύχουν δεν είναι βέβαιο ότι θα είναι και τόσο καλά.

***

Η σημερινή κατάσταση είναι μεταβατική. Από την δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα αρκετές φορές εμφανίσθηκαν τέτοιες μεταβατικές καταστάσεις. Σε αυτές όλα και όλοι, σχήματα, ιδέες, πρόσωπα διαμορφώνονται και αναδιαμορφώνονται με ταχύτητα. Κανένα πολιτικό σχήμα και κανένα πολιτικό πρόσωπο δεν είναι βρίσκεται σε δεδομένο ρόλο, είναι όλα προσωρινά και εξελισσόμενα. Κάποια εκλείπουν, σιγά-σιγά ή και απότομα. Ίσως κάποια στιγμή πρέπει να σταθούμε αντίκρυ στη διαπίστωση ότι ο δικός μας πολιτικός χρόνος και χώρος τελείωσε. Αν βρεθούμε μπροστά στην αδυσώπητη αυτή διαπίστωση, καλό είναι να βρεθούμε όρθιοι.
O Γιάννης Ζ. Δρόσος, είναι Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Τι θα γίνει ρε "μεγάλε" δεν θα παραιτηθείς;





Του Νίκου Σβέρκου
Νέα στοιχεία έρχονται στην επιφάνεια, επιβεβαιώνοντας ότι ο Αργύρης Ντινόπουλος, υπουργός Εσωτερικών και βουλευτής της Ν.Δ., επιχείρησε να απαλλαχθεί από το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών του στον φορέα περίθαλψης των δημοσιογράφων, τον ΕΔΟΕΑΠ. Ο ίδιος με ανακοίνωσή του (βρίσκεται αναρτημένη και στο efsyn.gr) αρνείται ότι κατέθεσε αίτημα να λογίζεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες ως «άνεργος» και να πληρώνει μόλις 43 ευρώ ασφάλιστρα, επισημαίνοντας ότι το σχετικό μηχανογραφημένο αίτημα δεν φέρει τη δική του υπογραφή.
Από την εικόνα 1 βλέπουμε ότι η επίμαχη αίτηση περί της «ανεργίας» του είναι πρωτοκολλημένη με αριθμό 11.153 και είναι υπογεγραμμένη από εκπρόσωπό του με την ένδειξη «Αντ’ αυτού». Η αίτηση έχει κατατεθεί στις 27 Ιουνίου 2013, την ίδια ημερομηνία με άλλη αίτησή του, με αριθμό πρωτοκόλλου 11.149, με την οποία ζητούσε την αναίρεση παλαιότερης απόφασης του Οργανισμού με την οποία είχε υπαχθεί στο καθεστώς «προαιρετικής ασφάλισης». Αυτή την αίτηση αναγνωρίζει μόνον ο Αργύρης Ντινόπουλος και ζητά τον διακανονισμό των οφειλών του.
Ούτε ένα ευρώ
Πόσες είναι όμως οι οφειλές του; Εδώ ξεκινά μια άλλη ιστορία η οποία φαίνεται ότι έχει προεκτάσεις στο εσωτερικό του ΕΔΟΕΑΠ. Οπως διαβάζουμε από τον κανονισμό του Οργανισμού που αφορά την προαιρετική ασφάλιση, ο ασφαλισμένος μπορεί να απολαμβάνει αυτό το δικαίωμα «διαδοχικά στη διάρκεια του ασφαλιστικού βίου, ωστόσο δεν μπορεί να ξεπεράσει τα 5 χρόνια συνολικά».
Ο Αργύρης Ντινόπουλος εντάχθηκε επισήμως σε αυτή στις 23 Μαρτίου 2009 και δεν κατέβαλε ποτέ ούτε ένα ευρώ για τις υπηρεσίες που απολάμβανε.
Επειτα από πολλές οχλήσεις του προς τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΕΔΟΕΑΠ, οι αρμόδιες νομικές υπηρεσίες του Οργανισμού εισηγήθηκαν να γίνει δεκτό το αίτημά του να λογίζεται ως άνεργος. Και πρότειναν «σενάρια» υπολογισμού των οφειλών του για το διάστημα από 1η Αυγούστου 2008 μέχρι 31 Οκτωβρίου 2014. Σύμφωνα με τον κανονισμό για την προαιρετική ασφάλιση, ο Αργύρης Ντινόπουλος θα έπρεπε να καταβάλλει κάθε μήνα «ποσοστό 6% επί του μέσου όρου των αποδοχών του μέλους της τελευταίας διετίας». Με αυτό το δεδομένο, αν ο άλλοτε γνωστός και μαχητικός τηλεοπτικός δημοσιογράφος λάμβανε κατά τα τελευταία δύο έτη εργασίας του μισθό 3.000 ευρώ (συντηρητική εκτίμηση), θα έπρεπε να καταβάλλει κάθε μήνα 180 ευρώ, δηλαδή για πέντε χρόνια συνολικά 10.800 ευρώ.
Αντ’ αυτού οι αρμόδιες υπηρεσίες του ΕΔΟΕΑΠ υπολόγισαν ότι, αν ακυρωθεί η προαιρετική ασφάλισή του, όπως ζητά ο ίδιος, θα οφείλει συνολικά 5.552,18 ευρώ, βάσει του υπολογισμού που προβλέπει το άρθρο 3 του καταστατικού του οργανισμού. Επιπρόσθετα αν γίνει δεκτή και η δεύτερη αίτησή του περί ανεργίας, τότε η οφειλή του μειώνεται ακόμα πιο δραστικά και διαμορφώνεται σε 3.269 ευρώ. Σε αυτή την περίπτωση ο Αργύρης Ντινόπουλος θα παραμένει ασφαλισμένος καταβάλλοντας, εκτός των δόσεων αποπληρωμής, μόνο 43 ευρώ τον μήνα.
Ερώτημα
Το γιατί υπάρχει η γνωμοδότηση να γίνει αποδεκτό το αίτημα για ακύρωση της προαιρετικής ασφάλισης ύστερα από έξι χρόνια αδιάλειπτης ισχύος της, είναι ένα ερώτημα που αφορά τις αρμόδιες υπηρεσίες. Ωστόσο το γεγονός ότι ο διατελών υπουργός και βουλευτής της Ν.Δ. ζητά να ανακληθούν αποφάσεις εκ των υστέρων και να μειωθεί δραστικά η οφειλή του σε έναν οργανισμό που μαστίζεται από οικονομικά προβλήματα, εκθέτει τον ίδιο πολιτικά και ηθικά.


Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η εξής πτυχή της όλης υπόθεσης. Στην εικόνα 2 βλέπουμε μια υπεύθυνη δήλωση υπογεγραμμένη από τον ίδιο τον Αργύρη Ντινόπουλο, κατατεθειμένη την ίδια ημερομηνία με τις άλλες αιτήσεις. Σε αυτήν αναφέρει μεταξύ άλλων ότι «οι εισφορές σε ασφαλιστικά ταμεία είναι από την αυτασφάλιση που πληρώνω στον ΕΔΟΕΑΠ και το ΕΤΑΠ-ΜΜΕ». Ο ίδιος δεν έχει αρνηθεί ότι χρωστά όλα τα ασφάλιστρα από την πρώτη ημέρα αυτασφάλισής του, γεγονός που κάνει την υπεύθυνη δήλωσή του ψευδή. Ο νόμος σε τέτοιες περιπτώσεις ορίζει σαφώς κυρώσεις.

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Η συναίνεση ως τρόμος διακοπής των χρηματοροών







Η υπόρρητη συναίνεση γίνεται προφανής όταν το πλαίσιο σύγκρουσης διαλύεται. Δεν υπάρχει αριστερή αντιμνημονιακή διαπραγματευση αν δεν υπάρχει στοιβαρή "μνημονιακή" πολιτική. Η "εξοδος" Σαμαρά από το ΔΝΤ διαλύει το πλαίσιο αυτό οπότε ο άλλος συστημικός παίκτης είναι αναγκασμένος να το συγκρατήσει.

Στην πηγή που ακολουθεί ( συνέντευξη Σταθάκη στο Κόκκινο ,σημείο 10,00 λεπτά περίπου) ο Νίκος Φίλης μας διαυγάζει ότι η κυβέρνηση της αριστεράς δεν κάνει μονομερείς ενέργειες ακριβώς για να εξασφαλίσει χρηματοροές. Η κριτική προς την έξοδο Σαμαρά είναι ότι είναι οιονεί " μονομερής" και άρα διακόπτει τις ροές.

Φαίνεται έως γκροτέσκο αλλά ο Σαμαράς γίνεται αντικείμενο κριτικής "από τα δεξιά" ως μονομερής, χωρίς συνεννόηση με κανένα.

Ενδιαφέρουσα συνέντευξη που αποπνέει φόβο και τρόμο .......

Πηγή

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Γ.Τσαμουργκέλης: Συναινετική ή Αντιθετική Αναπαραγωγή








Ενδιαφέρουσα ανάλυση μέσω κατηγοροιοποίησης των μηχανισμών αναπαραγωγής. Ωστόσο προβάλουν ερωτήματα . Σε ένα συστημα συνύπαρξης συναινετικών ή αντιθετικών  προτάσεων, οι αντιθετικές έχουν veto.Επομένως το σύστημα είναι de facto αντιθετικό, και αναπαράγεται



Πηγή: tsamourgelis.wordpress.com

Το ερώτημα που τίθεται είναι απλό και επαναλαμβανόμενο προκαταλαμβάνοντας τις αναζητήσεις για τις μελλοντικές κυβερνητικές ή ευρύτερες συνεργασίες. Γιατί τόσα πολλά κόμματα συνωθούνται στο χώρο της λεγόμενης κεντροαριστεράς ή του δημοκρατικού σοσιαλισμού ή ότι άλλο. Είναι ουσιώδες ή συγκυριακό φαινόμενο, ή απλώς αποκύημα ανάξιων επιγόνων;


Στα αστικά καθεστώτα η διάρθρωση του πολιτικού-οικονομικού και κοινωνικού σχηματισμού μιας χώρας διαμορφώνει το πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας και των θεσμών, ώστε ελεύθεροι πολίτες να δραστηριοποιούνται σε ανοικτές αγορές με σεβασμό της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Σαφέστατα, η ελευθερία των πολιτών, η προσβασιμότητα των αγορών και η έννοια του σεβασμού της ιδιοκτησίας δεν είναι παντού ίδια. Καταλύτης στη διαμόρφωση του τελικού σχηματισμού κάθε χώρας είναι το κράτος και το κανονιστικό πλαίσιο (σύνταγμα, νόμοι κλπ), που θέτουν τους όρους της ελευθερίας των πολιτών, της προσβασιμότητας των αγορών και του σεβασμού της ιδιοκτησίας ως πλαισίου για την ανεμπόδιστη και επί ίσοις όροις διεκδίκηση του μέλλοντος από κάθε πολίτη, ανάλογα με τις δυνατότητες και τις επιλογές του. Είναι το κράτος και το κανονιστικό πλαίσιο, που διαμορφώνουν τους θεσμούς, τους μηχανισμούς και εν τέλει τον τρόπο που η κάθε αστική δημοκρατία καταλήγει να κατανέμει παραγωγικές δυνατότητες στους πολίτες, όσο και τον πλούτο και τα εισοδήματα που αυτοί μπορούν να διεκδικούν και να κατακτούν.

Η τυπολογία της ποικιλίας των αστικών δημοκρατιών έχει καταλήξει σε κάποιες γενικές κατηγορίες γύρω από τις οποίες κατατάσσονται τα συστήματα της κάθε χώρας. Τα συστήματα αυτά είναι:

το φιλελεύθερο (πχ ΗΠΑ, Καναδάς) όπου οι αγορές κυριαρχούν ως μέσο κατανομής πόρων και εισοδημάτων, το συναινετικό (πχ Γερμανία, Σκανδιναβικές χώρες) όπου θεσμοί συλλογικής συνεννόησης –με δεδομένες τις αγορές- διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των μηχανισμών κατανομής,το ιεραρχικό (πχ χώρες της Λατινικής Αμερικής, Τουρκία) όπου ιεραρχικές διατάξεις επιχειρηματικών και άλλων συμφερόντων κατευθύνουν τους μηχανισμούς κατανομής.[1]

Κάθε κατηγορία έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά στην οργάνωση των αγορών, την οργάνωση των επιχειρήσεων και των διοικητικών προτύπων των εργασιακών σχέσεων και το ρόλο του συνδικαλισμού, της καινοτομίας και της εξειδίκευσης των παραγωγικών δραστηριοτήτων.

Το ελληνικό καπιταλιστικό μόρφωμα είναι πελατειακό με ισχυρό ρόλο του κράτους ενώ κυριαρχείται από ολιγοπώλια με μεγάλη συγκέντρωση μετοχών σε συγκεκριμένους ιδιοκτήτες, προσιδιάζοντας σαφέστατα στο ιεραρχικό πρότυπο. Οι θεσμοί κοινωνικού διαλόγου πριν την κρίση, αποδεικνύονται πλήρως ενσωματωμένοι στο πελατειακό σύστημα με ισχυρές δομές εξυπηρέτησης ειδικών συμφερόντων και εξαρτήσεων από ιεραρχικά επιχειρηματικά συμφέροντα. Η ιδιοσυστασία του ελληνικού μορφώματος ωστόσο αποκτά σαφέστερο προσανατολισμό προ ένα ιεραρχικό σύστημα στην πορεία μετά την εκδήλωση της κρίσης. Με την ενίσχυση της ολιγοπωλιακής διάρθρωσης της οικονομίας και των ολιγοπωλίων, με κορυφαία αυτή των 4 τραπεζών, τη διάχυση επιχειρηματικών ομίλων σε πολλούς κλάδους και τομείς της οικονομίας, την εξαφάνιση των συνδικάτων και των θεσμών συλλογικής εκπροσώπησης και διαλόγου. Πολύ δε περισσότερο, με τη συστημική απίσχναση του κράτους και την αποδυνάμωση της δημοσιονομικής πολιτικής που πλέον, μεταθέτει το βάρος της εξυπηρέτησης και διεκπεραίωσης των πελατειακών πολιτικών σχέσεων και συμφερόντων (κατανομή επενδύσεων, προσλήψεις, ανθρωπιστική μέριμνα κλπ), στον ιδιωτικό τομέα και τα ιεραρχημένα επιχειρηματικά συμφέροντα.

Σε σχέση με αυτήν την προοπτική κατεύθυνση του πολιτικοοικονομικού συστήματος της χώρας, οι πολιτικοί φορείς και σχηματισμοί της κεντροαριστεράς καταγράφουν τι εξής τάσεις:
Προσαρμοστικός εκσυγχρονισμός του συστήματος ιεραρχικών διατάξεων

Η τάση αυτή διεκδικεί τον εκσυγχρονισμό των δομών του συστήματος στο πλαίσιο της αναπαραγωγής των ιεραρχικών επιχειρηματικών διατάξεων. Μέρος αυτής της τάσης υπηρετεί συνειδητά το πρότυπο αυτό με αντάλλαγμα τη στήριξη της πολιτικής της εξουσίας, ενώ μέρος θεωρεί τις ιεραρχικές επιχειρηματικές διατάξεις το σταθεροποιητικό κορμό μέσω του οποίου διασφαλίζεται καλύτερα η πορεία του εκσυγχρονισμού. Η τάση του προσαρμοστικού εκσυγχρονισμού είναι η πλέον ορατή και κυριαρχεί όλα αυτά τα χρόνια. Κομματικά εκφράζετε από την ΕΛΙΑ (ΠΑΣΟΚ) με πληρέστερη έκφραση στις εκσυγχρονιστικές του τάσεις, όσο και δυνάμεις που πλειοψηφούν στο ΠΟΤΑΜΙ. Στην τάση αυτή συμπορεύονται και δυνάμεις από το χώρο τη εκσυγχρονιστικής πτέρυγας της ΝΔ, γεγονός που δικαιολογεί την πολιτική συνεργασία στη διαχείριση της κρίσης.

Αντιθετική αναπαραγωγή του συστήματος ιεραρχικών διατάξεων

Οι δυνάμεις της αντιθετικής αναπαραγωγής καταλήγουν να υποστηρίζουν το σύστημα των ιεραρχικών διατάξεων έμμεσα, με την υποστήριξη κάθε οικονομίστικου και λαϊκιστικού αιτήματος των «εξουσιαζόμενων» του συστήματος, παρά το γεγονός ότι η ικανοποίηση αυτών των αιτημάτων περνάει μέσα από πελατειακές πολιτικές σχέσεις που τροφοδοτούν οι ίδιες οι ιεραρχικές επιχειρηματικές διατάξεις και οι «εξουσιάζοντες». Ακουσίως ή εκουσίως, παραβλέπουν ότι όταν η λεγόμενη «κοινωνική ανταπόδοση» κινείται ανεξάρτητα ή προηγείται της αλλαγής των δομών του συστήματος, ουσιαστικά αναπαράγονται οι δομές του υφιστάμενου συστήματος ιεραρχικών επιχειρηματικών διατάξεων. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται δυνάμεις της λαϊκιστικής κεντροαριστεράς του ΠΑΣΟΚ και της ριζοσπαστικής αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ που εκτονώνουν τις κοινωνικές πιέσεις για πολιτική αλλαγή στην μεταρρύθμιση του επιφαινόμενου και όχι των δομών και των διαρθρώσεων του συστήματος.

Αλλαγή προτύπου από ιεραρχικών διατάξεων σε συναινετικό

Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται πολιτικές δυνάμεις του χώρου που διεκδικούν την αλλαγή προτύπου προς ένα σύστημα συναινετικό με ισχυρές δομές και κατοχυρώσεις για ελεύθερη επιχειρηματικότητα, ανταγωνιστικές και προσβάσιμες αγορές και πλήρη σεβασμό και στήριξη της ιδιωτικής ιδιοκτησίας σε ένα πλαίσιο κοινωνικής δικαιοσύνης, ίσων ευκαιριών με ισχυρούς θεσμούς ρύθμισης και εποπτείας αλλά και διαλόγου και συνεννόησης. Η αλλαγή αυτή δεν μπορεί παρά να υποστηριχθεί με την αλλαγή των οικονομικών σχέσεων από ιεραρχικές σε ελεύθερες και ίσων ευκαιριών. Παράλληλα απαιτείται η αλλαγή των πολιτικών σχέσεων από πελατειακές σε ισότιμες μέσω θεσμικών κατοχυρώσεων της εξουσίας των πολιτών έναντι των επαγγελματιών της πολιτικής, των κομμάτων και των κομματικών μηχανισμών. Στο χώρο αυτό βρίσκονται η ΔΗΜΑΡ, συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και ομάδες στελεχών και οπαδών της ΕΛΙΑΣ και του ΠΟΤΑΜΙΟΥ.
ως επίλογος

Αυτή η διάταξη εναλλακτικών προοπτικών για τη χώρα αποτελεί τη βάση της πολυδιάσπασης της αριστεράς και της κεντροαριστεράς. Μια διάσπαση που γίνεται μεγαλύτερη σε εύρος και ποικιλία εάν λάβουμε υπόψη τις συνιστώσες που διεκδικούν ανατροπή του ίδιου του καθεστώτος της αστικής δημοκρατίας (συνιστώσες ΣΥΡΙΖΑ), ή ακόμα τις συνιστώσες των ακραίων φιλελεύθερων (ΔΡΑΣΗ, ΓΕΦΥΡΑ κλπ), που ο διπολισμός τις έχει ωθήσει στην πολιτισμική (και όχι πολιτική) ενότητα της κεντροαριστεράς.

Οι διαφορές δεν είναι χωρίς ουσία. Ασχέτως εάν κάποιοι τις υπηρετούν συνειδητά ή ασυνείδητα.

Ας μιλήσουμε με ειλικρίνεια. Με δεδομένο το καθεστώς της αστικής δημοκρατίας και των αξιακών πυλώνων της ελευθερίας, των ανοικτών αγορών και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας επί των οποίων αυτό συγκροτείται, πρέπει να αποφασίσουμε για το σύστημα που θέλουμε ώστε να οικοδομήσουμε πάνω σε αυτό διαμορφώνοντας το σχηματισμό που θα υπηρετήσει τη δημοκρατία, την οικονομία, την κοινωνία και κυρίως, τον πολίτη και την ποιότητα της ζωής του.

Σύστημα ιεραρχικών επιχειρηματικών συμφερόντων, συναινετικό ή ακόμα ακόμα, φιλελεύθερο ;

Κυρίως όμως, ο κάθε ένας ξεχωριστά, οι κομματικές και πολιτικές συλλογικότητες και όλοι μαζί καλούμαστε να κατοχυρώσουμε την κυριαρχία της κοινωνίας των πολιτών και όχι των συμφερόντων, στην ίδια την διαδικασία λήψης των αποφάσεων. Ας μη κρυφτούμε (όχι άλλο), στο σύντομο χρόνο της ιστορίας για να αποφύγουμε τις ευθύνες που θα μας αποδώσει ο μακρύς χρόνος της ιστορίας.


[1] Στη βιβλιογραφία καταγράφεται και το δικτυακό σύστημα (πχ Ιαπωνία), όπου δίκτυα επιχειρήσεων και συλλογικών φορέων έχουν κυρίαρχο ρόλο (keiretsou).

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

Δ.Σεβαστάκη :Η στροφή προς τον ΣΥΡΙΖΑ είναι και προς την Αριστερά;





Ενδιαφέρουσα προσέγγιση,μόνο που δεν ολοκλρώνει το θεωρητικό της πλαίσιο. Δεν είναι ο αντι Ενφια που τροφοδοτεί ένα  υποτιθέμενο "συντηρητικό" νεύμα προς τον Συριζα,επομένως νοθεύει μια υποτιθέμενη "αριστερή" πολιτική.Το ζήτημα πως η υποτιθέμενη αριστερή αμόλυντη πολιτική δεν υπάρχει, παρά μόνο ως πολιτικός σχολαστικισμός.




Η τοποθέτηση του Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη θα εκληφθεί υποχρεωτικά ως αντι-ΕΝΦΙΑ. Ως ένας λόγος που περιστρέφεται γύρω από ένα κεντρικό ψαχνό: Την κατάργηση της ανυπόφορης χρέωσης. Ανεξαρτήτως του τι θα πει (σ.σ.: το κείμενο γράφεται πριν τη συνέντευξή του), επεξεργασμένο, ιεραρχημένο, κοστολογημένο, μετριοπαθές ή όχι, ο κόσμος θα μεταφράσει ό,τι είναι συσχετισμένο με την κατάργηση του ΕΝΦΙΑ ή, εν γένει, κάθε χρέωσης. Ο πόθος «εξαφάνισης» του ανορθολογικού και ληστρικού φόρου υπερισχύει οποιουδήποτε προγραμματικού λόγου, οποιασδήποτε λογικής, ψύχραιμης, πολιτικής πρόσληψης. Ούτε παραγωγική ανασυγκρότηση, ούτε ανασχεδιασμό του κράτους, ούτε πολιτικές ερμηνείες μπορεί νʼ ακούσει ο πολίτης. Κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, της χρέωσης. Μόνο. Έτσι ο χώρος πολιτικής υποδοχής, ενώ φαίνεται ευνοϊκός για μια αριστερή πρόταση, στην πραγματικότητα γίνεται πολύ στενός. Η φορολογία που δεν σχετίζεται με εισόδημα ούτως ή άλλως είναι ανήθικη, αλλά στην περίπτωση του ΕΝΦΙΑ είναι και κάτι περισσότερο: είναι ιδεολογική φορολογία. Ο τυφλός φόρος -ο οποίος στέφει μια μακρά περίοδο πτώσης και συντριβής- τραυματίζει το κεντρικό ιδεολογικό εργαλείο του πραγματωμένου ελληνικού μικροαστισμού: Το ιδιόκτητο σπίτι. Δεν κλονίζει μόνο την οικογενειακή οικονομία (όπως τα περισσότερα μέτρα που έχουν ληφθεί μέχρι τώρα), αλλά σαρώνει μια κοινωνική οντότητα: Την ένοικο ιδιόκτητη ταυτότητα που διαμορφώθηκε μεταπολεμικά και που συγκρότησε τους μηχανισμούς κοινωνικής ισορροπίας και ανάπτυξης. Αποδομεί δε όχι μόνο την ανοιχτή σε χρέη, φουσκωμένη, επηρμένη ιδιοκτησία, αλλά και τη μη χρεωστούμενη, τη νόμιμη, τη σεμνή, την τίμια ιδιοκτησία. Με τον φόρο ο δανειολήπτης αλλά και ο μη δανειολήπτης διαμορφώνουν την ενιαία συνείδηση του οφειλέτη. Πρόκειται για μια ιδρυτική προ-οφειλή, μια παν-οφειλή, μια αεί οφειλή.

Όπως δείχνουν όλες οι δημοσκοπικές μετρήσεις (και οι επόμενες θα επιβεβαιώσουν πολύ εντονότερα), η ανατροπή στο εκλογικό σώμα έχει ήδη συμβεί. Ο ΕΝΦΙΑ είναι η αυτοδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ.

Επομένως, ο Αλέξης Τσίπρας προκύπτει ως ο μηχανικός παράγοντας, το εργαλείο, ο μοχλός που θα αποκαταστήσει την οικονομική ισορροπία του μικροαστού. Θα είναι ο υλοποιητής, αυτός που θα «σβήσει την κλήση της τροχαίας», αυτός που θα «σκίσει» το ειδοποιητήριο της εφορίας. Από τη διαψευσμένη και τρομοκρατημένη κοινωνία αυτό του ανατίθεται. Το στοιχείο αυτό είναι και ώθηση και αιχμαλωσία. Και πολιτική ανάπτυξη και καθήλωση. Πιθανόν η «κλωτσιά» προς τα πάνω, που θα εκτοξεύσει τον ΣΥΡΙΖΑ, θα είναι εν τέλει καθηλωτική και στασιμοποιητική. Η χοάνη της λαϊκής απαίτησης καθηλώνει. Γιατί; Έχει συμβεί μια μεγάλη συντηρητική μετατόπιση των μαζών προς την απάθεια, τον ατομισμό, προς μια λιντσαριστική αντι-αλληλεγγύη. Η συντηρητικοποίηση της κοινωνίας φαίνεται ότι ξεπερνά την επιχειρησιακή δύναμη της εμφυλιοπολεμικής προπαγάνδας. Κάθε κινητοποίηση ενοχοποιείται στην ίδια την ηθική της συγκρότηση. Οι δάσκαλοι, οι καθηγητές, οι εργαζόμενοι στα εμπορικά, οι υπάλληλοι, οι οδηγοί βυτιοφόρων, οι φαρμακοποιοί, οι αγρότες, όλοι θητεύουν στην αμαρτία και όλοι, κατά σειρά, έχουν εικονογραφηθεί ως υπαίτιοι της κρίσης, ως σκοτεινές συντεχνίες που υπερσυνταγογραφούν, πειράζουν τα ταξίμετρα, κλέβουν στο ζύγι, λουφάρουν. Αυτή η κουλτούρα του μέσου ενόχου διαμορφώνει συντηρητικά ρεφλέξ που θεμελιώνουν και τη συστημική ισχύ. Και αυτό είναι μια τεράστια πολιτιστική νίκη του συστήματος, ακόμα κι αν αυτό ακριβώς το στοιχείο φέρει την Αριστερά στην εξουσία. Αυτό το διπλό γεγονός, να στρέφεται στην Αριστερά ένα ολοένα συντηρητικοποιούμενο κοινό, είναι στοιχείο που και την ισχυροποιεί (διευρύνει τις δυνατότητες) και συγχρόνως την αποδυναμώνει ιδεολογικά (της αφαιρεί από το ιδεολογικό εύρος της).

Ένα μεγάλο μέρος λοιπόν αυτού του συντηρητικοποιούμενου κοινωνικού κράματος θα ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ. Το ηθικοθεωρησιακό του υπόστρωμα, η αντίληψη του «μέσου πολίτη», που χθες αποκαθήλωνε τον διπλανό του και σήμερα τον αναζητά τρέμοντας το φορολογικό εκκαθαριστικό, μετατοπίζεται βίαια προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Μάλιστα δεν χρειάζεται καν να «στρογγυλέψει» ο ΣΥΡΙΖΑ, να γίνει περισσότερο πολιτικά ορθός, σύμφωνος με τα μικροαστικά στερεότυπα, αφού ο ΕΝΦΙΑ τα ξεσκίζει. Έρχεται τρέχοντας ο μικροαστός με το εκκαθαριστικό του φόρου και το ψηφοδέλτιο στο χέρι. Είναι αυτό ριζοσπαστικοποίηση; Είναι αριστερή μετατόπιση;

Η «αριστερή» στροφή γίνεται λόγω της υπερφορολόγησης και δεν συντελείται ως ποιοτική μετατόπιση, ως ώριμη ριζοσπαστικοποίηση. Ενώ έχουν συμβεί τόσα και τόσα και η ενοχή ή το αίτιο καταναλώνονταν σε μια πολιτική τύφλωση, μεταξύ των λαϊκών μικροαστικών στρωμάτων αυτό που τελικά δημιούργησε το ρεύμα προς την Αριστερά είναι αυτό που συνέβαλε στην ιδεολογική απίσχναση της Αριστεράς. Η συντηρητικοποιούμενη κοινωνία, με την αντι-αλληλεγγύη της, τα λιντσαρίσματά της, τη λαϊκή ιδιοτέλεια, την κομματική δουλοφροσύνη, το κάρφωμα και τη χαιρεκακία, δεν πήρε πολιτική είδηση με τόσα και τόσα που συνέβησαν, παρά μόνο όταν έφτασε στο σεντόνι της το κακό.

Είναι αιχμαλωτιστικό αυτό το κοινό, αν δεχτεί κανείς τους πολιτικοθεωρησιακούς όρους του. Και παρʼ όλο που ενθουσιάζει τους θεσιθήρες και βουλιμικούς, η απλή κατάργηση της φορομπηχτικής τρέλας, η γενική υπόσχεση αλλαγής, ακόμα και η κατάκτηση της εξουσίας, δεν καταργεί και τον πολιτισμό που τροφοδότησε την ρουσφετοκεντρική, παρασιτική, αεριτζίδικη πολιτική και παραγωγική στρέβλωση. Η μικροαστική πονηριά ψάχνει λύσεις στις τρύπες. Έτσι, ως σωτήρια τρύπα, εννοεί τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλ. Τσίπρα. Αυτό δεν συναντά κατʼ ανάγκη ούτε την Αριστερά, ούτε την ανάταξη του τόπου. (Σημείωση για μερικούς: δεν είναι κερδισμένο το κοινό που έρχεται κοντά σου επειδή φοβάται τον σκύλο του γείτονα. Αν επιλέξεις να το κολακεύσεις, να αιχμαλωτιστείς, τέλειωσες πριν αρχίσεις).
Ο Δημήτρης Α. Σεβαστάκης είναι Ζωγράφος, αναπληρωτής καθηγητής ΕΜΠ

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Όλα για την Αργεντινή σε τρεις αναρτήσεις - Stavros Mavroudeas Blog





Η πιο ενδελεχής παρουσίασει του πρόσφατου ζητήματος της Αργεντινής από τον Σταύρο Μαυρουδέα (πηγή)

Η ανάλυση μέσω των ταξινομικών και εννοιλογικών σχημάτων του Μαρξισμού, αλλά είναι πλήρης χωρίς ωραιοποιήσεις και ευκολίες

Οι τρεις αναρτήσεις εδώ

Πρώτη Ανάρτηση

Δεύτερη Ανάρτηση

Τρίτη Ανάρτηση

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

H παγκόσμια κοινωνία του αποτρόπαιου θεάματος: ΙΣΙΛ και η "εξυπνη" Ισλαμιστική Μιντιακή Διεθνής


Το άρθρο που ακολουθεί, γραμμένο από ένα καθηγητή Θεολογίας (!) εξετάζει το φαινόμενο του Ισλαμικού Στρατού για το Ιρακ και Λεβάντε, όχι από τη συνήθη γεωπολιτική ματιά , αλλά ως ένα ακραίο σύμπτωμα της "Κοινωνίας του  Θεάματος". Ο αρθρογράφος προχωρά ένα βήμα παραπάνω το ΙΣΙΛ ανήκει στη γεναολογία του υπερρεαλισtικού Situationism. 
What is happening today in the Middle East – and the strange, deer-in-the-headlights response of Western elites – seems in many ways to be a fulfillment of the predictions of French cultural theorist and political activist Guy Debord, author of The Society of the Spectacle (1967).
Writing during the upheavals in America and Europe in the late 1960s, DeBord proclaimed:
“In societies where modern conditions of production prevail, all of life presents itself as an immense accumulation of spectacle. . . . The images detached from every aspect of life fuse in a common stream in which the unity of this life can no longer be reestablished.”
DeBord wrote at a time when Marshall McLuhan’s infamous dictum that “the medium is the message” was becoming both hip wisdom and futurist dogma, not to mention a first article of the catechism of the new field of communication theory.
“Reality considered partially unfolds, in its own general unity, as a pseudo-world apart,” DeBord further argued, anticipating Baudillard’s more famous notion of the hyperreal.  “The specialization of images of the world is completed in the world of the autonomous image, where the liar has lied to himself. The spectacle in general, as the concrete inversion of life, is the autonomous movement of the non-living.”
DeBord, an exceptionally creative, revisionist Marxist, who is better known for his theory of street politics adopted by the Occupy movement than his trenchant analysis of how economic production and social relations are sublated into the fluff of pure signifiers under late capitalism, differed significantly from Baudrillard, the jaded and detached revolutionary manqué.
Following the tenets of the later Frankfurt School and its realization that the mediafication of modern industrial society fostered a mass hypnosis conflating freedom with voyeuristic pleasure (what Herbert Marcuse dubbed “repressive desublimation”), Debord sought to transform its theory into radical praxis.
The critical praxis of such theory is empowered by the “revolutionary” act of transgressing and transmuting the  “spectacle”, so that is no longer merely “specular” – i.e., reflective of what Lacanian psychoanalysis would regard as an impossible object of desire.
It becomes instead a “spectacular” subversion of the norms and signifying relationships of media-dominated social relations through their active inversion, a method promoted by DeBord’s own cadres of grass roots revolutionaries named the Situationist International and given the name “culture jamming” by the Bay Area underground band Negativland in the 1970s.
Culture jamming, in essence, consists in the capture of the apparatus of image-production from the society of the spectacle and turning it against itself for the sake of cognitive shock, while using it as an instrument of political provocation and the wresting of tangible forms of power.
Moreover, culture jamming only succeeds when by the very magnitude of its originality and outrage it penetrates the narcissistic casing of the self-absorbed cultural consumer and manages to mobilize their newfound passion toact in a totally committed, if not necessarily critically conscious, manner.
Culture jamming reveals the emptiness of all commodified politics and religion, even though it runs the risk at the same time of alchemizing consumerist zombies into relentless and reckless zealots.

Jihad Jamming
Although one does not easily admit to it, the current masters of culture jamming happen to be ISIS, the now all-too-familiar acronym for the appallingly ascendant band of ultra-nasty and über-ruthless jihadists that in a relatively short time frame have alternately referred to themselves as the Islamic State in Syria and Iraq (ISIS), the Islamic State in Syria and the Levant (ISIL), and most recently simply the Islamic State (IS).
Compared with al-Qaeda, which has always tended to be secretive and abstruse in its messaging, perhaps in order to communicate to operatives while confounding intelligence specialists, ISIS has leveraged the global reach of social media to make its profile and presence stunningly inescapable.
And it has done so in a truly grisly and unspeakable manner.   Videos broadcast on Twitter, the social media of choice for ISIS, have shown victims crucified and beheaded, mass executions of both soldiers and civilians forced to lie down in pits before they are mowed down by machine gun fire, and even severed heads in steaming pots.
Even the Nazis at the height of their genocidal mania or the Cambodian Khmer Rouge in the 1970s were not capable of such atrocities.  Or, even if they were capable, these murderous maniacs of yesteryear preferred not to record their brutality for an incredulous global audience, as if there were little qualitative difference between scenes of wholesale torture and beheadings and posting pictures of your grandchildren with Mickey Mouse and Goofy at Disney World.
Individual jihadis have even gone so far as to intersperse their own smart phone versions of gore and mayhem with selfies glorifying half-naked, militant, muscular manhood, as though they were creating a new kind of reality show for international viewers, a monstrous hybrid perhaps of “American Horror Story” and “The Bachelor.”
One can of course denounce these unprecedented and seemingly insouciant horrors as crimes against humanity and as perhaps the Muslim version of an “abomination of desolation,” or simply as the darkest draught of digital narcissism the world has ever imbibed.  But that is exactly the point ISIS is trying to make.
Al Qaeda, from which ISIS split, was in its own weird way a totally ingrown Islamist enterprise.   Its focus was on fostering its own tight-knit “family business” that only went public at certain strategic times to rattle the West, while flouting the jihadist orthodoxy in place since the days of its founder Sayyid Qutb that Islamic fighters should concentrate on attacking the “near enemy” that was local secular regimes rather than the “far enemy,’ American financial and military might.
If one reads the writings of Osama bin Laden, readily available in English, one gets the strong impression that he was less interested in subverting the West than in scaring it off from its investments and military involvement in the Middle East.
The toppling of the twin towers of the World Trade Center on September 11, 2001 was most likely meant to cow the United States with the twin strategic aim of waking Americans out of their globalist neo-liberal slumber and disabusing them of the illusion that secular democracy was on the march everywhere and invincibly since the collapse of the Soviet Union in 1991.
Of course, it had the opposite effect, something for which Bin Laden was routinely denounced by other jihadists.

Caliphate Rising
Although bin Laden called himself the “caliph,” the idea of re-inventing an actual territorial caliphate, as ISIS as done, did not seem to be a major priority.  ISIS, on the other hand, by grabbing significant amount of territory that transcends national boundaries and proclaiming a visible caliphate has actually done something which few secular academic analysts of Islam recognize it for what it is.
The swift seizure of sufficient open land, cities, and town to make the notion of an actual transnational Islamic state plausible constitutes a symbolic coup with the very real potential to mobilize the global, eschatological aspirations of deracinated Muslims – especially young Muslims – around the world.    Moral distinctions and niceties become irrelevant when what has always been most sacred to devout Muslims suddenly “reappears” in history.
The return of the caliphate, abolished by the defeated Turks in 1924, inspires much the same fervor for devout Muslims as the formation of the state of Israel did for Jews, not to mention Christian Zionists, in 1948.
Thus the present and future power of ISIS resides exactly in what DeBord foresaw as the solution for what he envisioned as a new Marxist internationale in the 1960s – the creation of a mobilizing spectacle for current revolutionaries by turning the previously inert, lifeless, and purely “specular” ideology behind the popular consumption of religious and political images upside down and forcing it to come to life by streaming its master signifiers in a dramatic, if not repugnant way, to a beguiled and bewitched planetary populace.
Abu Bakr al-Baghdadi, the leader of ISIS, is to the Al-Qaida organization what DeBord in his time was to the French Communist party.  The leadership role of the Situationist International in manipulating and staging the now epicl’eventment (“the event”) of May 1968, when France was suddenly and unexpected turned upside down and seemed with its unexpected alliance of students and workers on the verge of its third, real revolution can be compared to what ISIS has done in recent weeks.
The difference is that in the end the events of May ’68 remained only a “spectacle.”  Although it shook all of Europe and to a certain extent America, everything reverted immediately to the status quo.  That is not likely to happen in Iraq.

Islamist Situationism
The similarities between the new ISIS’ strategic thrust and situationism can be found in a significant document virtually unknown in the West and authored in the middle of the last decade by the new jihadists’ own “Debord”, a Saudi named Abu Bakr Naji.
Entitled The Management of Savagery: The Most Critical Stage Through Which the Umma Will Passthe monograph has been compared to popular Western texts in management philosophy and organizational theory.   According to various sources in the intelligence community, it is most likely the most important book next to the Qur’an for ISIS’ generals.
But The Management of Savagery is not merely about how to make jihad more effective and efficient through a ruthlessness for which we have already seen profound evidence on the battlefields.   It is also about what may be called a communications theory of global religious revolution.
One of the main theses of the work is that military power of the West and the “subservience” of Islamic believers to the ideals of secular democracy and nationalism is maintained through what it calls an illusory “media halo” that must be countered.
Abu Bakr Naji writes: “the first goal” of global jihad should be to “destroy a large part of the respect for America and spread confidence in the souls of Muslims by means of “reveal[ing] the deceptive media to be a power without force.”
The key is to turn the power of media (the “spectacle”) into a visible and victorious “revolutionary” force, although in the case of jihadism, as opposed to Marxist situationsim, it is not the force of history but the force of God.
The goal is to make this force visible in a manner that does not matter so much from a long-range, strategic military vantage point as from an immediate, highly motivating theatrical and convincing act of supreme symbolic value.
One could argue, though at this point it is merely conjecture, that ISIS’s seemingly mindless cruelty has been calculated to terrorize its armed adversaries (as it certainly did with Maliki’s troops) as well as its supporting populations into a quick victory with minimal resistance.  Certainly that was the tactic of the Mongols when they swept across the Muslim world in what is remembered as the great “catastrophe” of the thirteenth century.
Unless America’s laser-guided bombs can eviscerate ISIS, which is most unlikely, what is now called the jihadist “terrorist army” is likely in the not-so-remote future to bring a similar “spectacle” to a theater near you.  Indeed, the group’s own spokespersons are now promising precisely that.
DeBord’s Marxist situationism was aimed at creating a “humane” world revolution that would mobilize anew the “life instinct” of the masses toward flourishing in the form of what the young Marx in his Philosophical and Economic Manuscripts had termed their long-alienated (through expropriated labor) “species being.”
ISIS’s jihadism has sought to mobilize the death instinct in doing what it takes to conjure up a grisly spectacle before the eyes of the world of absolute and unassailable power under the name of “Allah, the Compassionate, the Merciful” that is ironically manifested in the devastation of human existence, or what Giorgio Agamben has termed “bare life.”
Behind the Facebook, Twitter, and Tumblr “new world order”, which most of us experience today as a byte-sized candy factory for self-proclamation and as instant messaging nirvana, lurks the shadow of a strange new “rough beast,” a slowly metastasizing “spectacular” politics that is distinctively religious in nature, and is “slouching”, as William Butler Yeats might say, toward both Jerusalem and Mecca.
DeBord was right.  We are denizens of the (global) society of the spectacle, and it is becoming a grisly spectacle.  As we come to realize that behind the spectacle lies what Morpheus in the movie The Matrix termed “the desert of the real,” the question presses upon us.  Which desert do we choose to fight in?

Carl Raschke is Professor of Religious Studies at the University of Denver and a regular blogger for Political Theology as well as the author, or co-author of at least twenty books. His forthcoming books Force of God: Political Theology and the Crisis of Liberal Democracy (Columbia University Press), Critical Theology: A Primer (IVP Academic), and Postmodern Theology: The Next Generation (Cascade Books) address in different ways the deeper critical dysfunctions of contemporary religion and society. He is also Senior Editor of the Journal for Cultural and Religious Theory and co-founder of the Global Art & Ideas Nexus. A full bio and current activities can be found on his website at http://www.carlraschke.com.